doing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈduːɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈduɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(do̅o̅ing)


From the verb do: (⇒ conjugate)
doing is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
Σε αυτή τη σελίδα: doing, do

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (action)πράξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  το να πράττω περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Doing is more important than planning to do.
the doing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act)η υλοποίηση, η πραγματοποίηση άρθ ορ + ουσ θηλ
  η εκτέλεση άρθ ορ + ουσ θηλ
  το να κάνεις κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The doing of the deed requires more effort than just talking about it.
 Η υλοποίηση ενός έργου απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια από τη θεωρητική ενασχόληση με αυτό.
doing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (effort)προσπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κόπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 This project is going to take some doing.
 Η εργασία θα χρειαστεί λίγη προσπάθεια.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Θέλει κόπο για να παίρνεις πάντα άριστα στο σχολείο.
doings nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal (activities) (καθομιλουμένη)το τι κάνει κάποιος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's always talking about the doings of his neighbours.
 Πάντοτε μιλάει για το τι κάνουν οι γείτονές του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used to form question) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Do you know where the dog is?
 Ξέρεις που είναι ο σκύλος;
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used to form negative) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 I do not know.
 Δεν ξέρω.
do v auxauxiliary verb: Helping verb--for example, "She is running." "It has been lost." (used for emphasis) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Το νόημα αποδίδεται με την αλλαγή του τρόπου σύνταξης των προτάσεων και όχι υποχρεωτικά με συγκεκριμένη λέξη.
 Do come over for a visit! I do love you, honestly!
 Να έρθεις σίγουρα να μας κάνεις επίσκεψη! Σε αγαπάω, αλήθεια λέω!
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (perform) (εργασίες)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What are you doing this afternoon?
 Τι κάνεις σήμερα το απόγευμα;
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (create, make)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 As an artist, he did fabulous things with scrap metal. What a lovely painting; did you do it?
 Ως καλλιτέχνης, έφτιαχνε υπέροχα πράγματα με παλιοσίδερα. Τι ωραίος πίνακας, εσύ τον έφτιαξες;
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (carry out, attend to: task, job)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πιάτα, ρούχα κλπ)πλένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'll do the dishes, since you cooked.
 Θα κάνω εγώ τα πιάτα μια που μαγείρεψες εσύ.
 Μια και μαγείρεψες εσύ, θα πλύνω εγώ τα πιάτα.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (work as [sth] for a living) (επάγγελμα, δουλειά)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 What do you do for a living?
 Τι δουλειά κάνεις;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (fare, manage) (καταφέρνω)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 How are you doing on that project?
 Πώς τα πας με το έργο;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (progress) (επιδόσεις, πρόοδος)πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα πάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 How are your kids doing in school?
 Πώς πάνε τα παιδιά σου στο σχολείο;
 Πώς τα πάνε τα παιδιά σου στο σχολείο;
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
do nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (event)γεγονός ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Jane bought a red dress for the big do.
do,
doh
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(first note of musical scale) (μουσική νότα)ντο ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 The teacher sang 'do, re, mi' and then the children joined her.
 Η δασκάλα τραγούδησε το «ντο, ρε, μι», και, έπειτα, τα παιδιά ένωσαν τις φωνές τους με τη δική της.
do nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation, informal (hairdo)χτένισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (με κόψιμο)κούρεμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (ανεπίσημο)μαλλί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Sarah's work colleagues all admired her new do.
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be satisfactory)αρκώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)φτάνω, κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Will this do for you, or should I work on it some more?
 Αρκεί αυτό, ή να το δουλέψω κι άλλο;
 Φτάνει αυτό, ή να το δουλέψω κι άλλο;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (behave)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Do as I say, not as I do.
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be in a stated condition) (μεταφορικά)είμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τα πάω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Is she doing any better than yesterday?
 Είναι καθόλου καλύτερα από χτες;
 Πάει καθόλου καλύτερα από χτες;
 Τα πάει καθόλου καλύτερα από χτες;
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (suffice) (επαρκώ, είμαι εντάξει)κάνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Will decaf do, or should I go out and get some real coffee?
do viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (used in place of an earlier verb) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 We see things as you do.
 Βλέπουμε τα πράγματα όπως (τα βλέπεις) και εσύ.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (produce)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The dressmaker could do six dresses in a day.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (cause an effect) (κακό, ζημιά)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  προκαλώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Drugs can do a lot of harm.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (study) (διδάσκομαι)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We haven't done trigonometry yet.
 Δεν έχουμε κάνει ακόμα τριγωνομετρία.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (prepare)ετοιμάζω, φτιάχνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Should I do the dinner tonight?
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make effort) (ό,τι μπορώ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (τα δυνατά μου)βάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It doesn't matter if you pass the exam or not; just do your best.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (theatre: present, perform)παίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're doing Hamlet next.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (cook)μαγειρεύω, φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm going to do a roast this weekend.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (have custom of)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  συνηθίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We don't do that sort of thing here.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (nails: manicure) (τα νύχια μου)φτιάχνω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μανικιούρ)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She spends half an hour doing her nails every day.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (write)γράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His next idea is to do a book on the history of Wimbledon.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (traverse, cover) (απόσταση)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καλύπτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We did five hundred miles in two days.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (decorate)φτιάχνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διακοσμώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They did the baby's bedroom in yellow, just in case.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (travel at a given speed) (με συγκεκριμένη ταχύτητα)πηγαίνω, πάω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 They were doing thirty miles an hour when the other car struck them.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (travel, sightsee) (ταξίδι, εκδρομή)πηγαίνω, πάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επισκέπτομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We're going to do the Riviera this summer.
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (act, take action)κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't just sit there, do something!
do [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (drugs: take)παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You're acting really strangely; have you been doing drugs?
do [sth] to [sth] vtr + prep (cause effect on)κάνω κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (για κάτι κακό)προκαλώ κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
 That rugby game has done a lot of damage to the grass.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
doing | do
ΑγγλικάΕλληνικά
back out of doing [sth] vi phrasal + prep (withdraw from)ανακαλώ τη δέσμευση μου να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)κάνω πίσω από κτ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 Sue backed out of helping us paint the house.
 Η Σου ανακάλεσε τη δέσμευσή της να μας βοηθήσει στο βάψιμο του σπιτιού.
bargain on [sth],
bargain on doing [sth]
vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S]
informal (expect)υπολογίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: κάτι καλό)ποντάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I hadn't bargained on retiring at 59, but here I am, retired!
carry on doing [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (continue doing)συνεχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
credit [sb] with doing [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (acknowledge: [sb])αναγνωρίζω ότι κπ έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αναγνωρίζω σε κπ ότι έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He credits his parents with awakening his love of music.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
doing | do
ΑγγλικάΕλληνικά
a great one for doing [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (person: does [sth] frequently)που συνηθίζει να κάνει κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)που το 'χει με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He's a great one for telling stories.
absorbed in doing [sth] adj + prep figurative (person: engrossed in) (μτφ: από/σε κάτι)απορροφημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (σε κάτι)προσηλωμένος, αφοσιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Fiona was absorbed in painting a portrait.
accuse [sb] of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (blame for doing) (κπ ότι/πως κάνει κτ)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They accused me of not setting aside enough time.
 Με κατηγόρησαν ότι δεν προνόησα να έχω αρκετό χρόνο.
accuse [sb] of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (law: charge with committing a crime) (κπ για κτ)κατηγορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He's accused of embezzling thousands of pounds.
 Τον κατηγορούν για υπεξαίρεση χιλιάδων λιρών.
adapt yourself to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (get used to doing [sth])συνηθίζω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
adapt yourself to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (change to accommodate)συνηθίζω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)μαθαίνω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You need to adapt yourself to living with other people.
adept at doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (skilled)επιδέξιος, επιτήδειος, δεξιοτεχνικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  ικανός, άξιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 She's very adept at helping people develop their strengths.
admonish [sb] for doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reprimand for doing)επιπλήττω κπ για κτ, επιπλήττω κπ που έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)μαλώνω κπ για κτ, μαλώνω κπ που έκανε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The teacher admonished the student for being late to class yet again.
advise against doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (warn not to do [sth])συμβουλεύω κπ να μην κάνει κτ, προτείνω σε κπ να μην κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνιστώ να μην γίνει κτ, συνιστώ να αποφευχθεί κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'd advise against travelling alone in the desert.
advise [sb] against doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (warn [sb] not to do [sth])συμβουλεύω κπ να μην κάνει κτ, προτείνω σε κπ να μην κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I'd advise you against sailing today; the weather is turning nasty.
afraid of doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (scared to do [sth])φοβάμαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Joanne is afraid of trying new things in case she fails.
 Η Τζόαν φοβάται να δοκιμάσει καινούρια πράγματα μην τυχόν αποτύχει.
afraid of doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (worried about [sth] happening) (ότι/πως, μήπως/μη)φοβάμαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sam was afraid of losing his job.
 Ο Σαμ φοβάται ότι μπορεί να χάσει τη δουλειά του.
 Ο Σαμ φοβάται μήπως χάσει τη δουλειά του.
agonize over doing [sth],
also UK: agonise over doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(struggle with decision)ταλανίζομαι για το αν θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με ταλανίζει η σκέψη του αν θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)βασανίζομαι για το αν θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο ήπιο)προβληματίζομαι για το αν θα κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The tickets were expensive, so I agonized over going on the trip for months.
aid [sb] in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (help) (κάποιον να κάνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Rosa aided her brother in starting his business. Her parents' financial contribution aided Joy in buying the house.
 Η Ρόζα βοήθησε τον αδερφό της να στήσει την επιχείρησή του.
akin to doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (comparable to doing [sth](με κάτι)όμοιος, παρόμοιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (κάνω κάτι)λες και περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με το να κάνω κάτι)όμοιος, παρόμοιος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Wearing these new shoes is akin to walking on a cloud.
 Το να φοράς αυτά τα καινούρια παπούτσια είναι λες και περπατάς σε ένα σύννεφο.
amenable to doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (willing to do) (να κάνω κάτι)διατεθειμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (να κάνω κάτι)πρόθυμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομ: σε κτ)θετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (απέναντι σε κτ)θετικά διακείμενος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Ben is amenable to changing the date of the party.
 Ο Μπεν είναι διατεθειμένος να αλλάξει την ημερομηνία του πάρτι.
angry with [sb] for doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (cross with [sb](με κπ για κτ, με κπ για κτ που έκανε)θυμωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη)τσαντισμένος, τσατισμένος, νευριασμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (παλαιό)φουρκισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (αργκό)παρμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 I am angry with my sister for taking my book.
anticipate doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (expect to do) (να κάνω κάτι)αναμένω, περιμένω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι καλό)προσδοκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I never anticipated retiring at age 59.
 Δεν περίμενα ποτέ να πάρω σύνταξη στα 59.
apologise to [sb] for doing [sth],
also UK: apologise to [sb] for doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(say sorry to [sb] for doing [sth])ζητώ συγγνώμη από κπ που έκανα κτ, ζητώ συγγνώμη από κπ για κτ που έκανα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)απολογούμαι που έκανα κτ, απολογούμαι για κτ που έκανα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jane apologized to me for calling me a liar.
 Η Τζέιν μου ζήτησε συγνώμη που με αποκάλεσε ψεύτη.
appear to be doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." ([sth]: seem) (να κάνω κτ)φαίνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The rain appears to be easing off.
 Η βροχή φαίνεται να σταματά.
assist in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (participate, help with) (να γίνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
assist [sb] in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (help to do [sth](κάποιον να κάνει κάτι)βοηθάω, βοηθώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
avoid doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not do [sth](να κάνω κάτι)αποφεύγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Ruth has avoided speaking to Chris since yesterday morning.
 Η Ρουθ αποφεύγει να μιλήσει στον Κρις από χτες το πρωί.
badger [sb] into doing [sth],
badger [sb] to do [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(pester to do [sth])πιέζω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, μτφ)πρήζω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομ, μτφ)κολλάω σε κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My children badgered me into taking them to the playground.
 Τα παιδιά μου με πίεζαν να τα πάω στην παιδική χαρά.
balk at doing [sth] (US),
baulk at doing [sth] (UK)
vi + prep
(refuse to go on or do)αρνούμαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (δε θέλω να κάνω κτ)είμαι αρνητικός στο να κάνω κτ ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (φοβάμαι και σταματώ)διστάζω να κάνω κτ, δειλιάζω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, άκομψο)κωλώνω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The passenger balked at having to change seats because of the train company's error with her booking.
ban [sb] from doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." often passive (prohibit) (σε κπ να κάνει κτ)απαγορεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κπ να κάνει κτ)απαγορεύεται ρ απραπρόσωπο ρήμα: Δεν έχει συγκεκριμένο υποκείμενο, π.χ. βρέχει, χιονίζει κλπ.
 Students are banned from chewing gum in class at this school.
 Οι μαθητές απαγορεύεται να μασάνε τσίχλα μέσα στην τάξη.
bar [sb] from doing [sth] vtr + prep often passive (exclude, ban from doing [sth])απαγορεύω σε κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  δεν επιτρέπω σε κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The judge barred Lewis from driving for a year.
 Ο δικαστής απαγόρευσε στον Λούις να οδηγεί για έναν χρόνο.
be accustomed to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be used to doing [sth])είμαι συνηθισμένος στο να κάνω κτ, έχω συνηθίσει να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)είμαι μαθημένος να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
be done with doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (have finished [sth] undesirable) (παρελθοντικός χρόνος)έχω τελειώσει με κτ, τελείωσα με κτ ρ αμ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)τέρμα σε κτ, τέλος σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I'm a college graduate now; I'm done with waiting on tables!
be iffy about doing [sth] viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." informal (be dubious or doubtful)έχω ενδοιασμούς, έχω αμφιβολίες ρ εκφρ
  δεν είμαι σίγουρος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jessica was iffy about going to the party as she knew her ex-boyfriend was going to be there.
 Η Τζέσικα είχε ενδοιασμούς να πάει στο πάρτι καθώς ήξερε ότι ο τέως φίλος της θα ήταν εκεί.
be used to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (accustomed to doing)είμαι συνηθισμένος, είμαι μαθημένος ρ εκφρ
  έχω συνηθίσει, έχω μάθει ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm used to skipping lunch because I'm always so busy.
 Έχω συνηθίσει να παραλείπω το μεσημεριανό, επειδή είμαι πάντα τόσο απασχολημένος.
beat doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (be preferable)είμαι καλύτερος από κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
become accustomed to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (become used to doing [sth])συνηθίζω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
begin doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (start: doing) (να κάνω κάτι)αρχίζω, ξεκινάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In any discussion, Wendy is always first to begin disagreeing.
 Σε κάθε συζήτηση, η Γουέντι είναι η πρώτη που αρχίζει πάντα να διαφωνεί.
begin by doing [sth] vi + prep (do first)αρχίζω κάνοντας κτ, ξεκινώ κάνοντας κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κάνω κτ πρώτα πρώτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 When learning a new recipe, it is best to begin by reading all the way through.
 Όταν μαθαίνεις μια καινούρια συνταγή το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να ξεκινήσεις διαβάζοντάς την ολόκληρη.
beguile [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (deceive)ξεγελώ, παρασύρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In Greek mythology, the gods beguiled Heracles into killing his own family.
believe in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (advocate doing)πιστεύω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  πιστεύω στο να γίνεται κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I believe in giving to charities that keep their administrative costs to a minimum.
 Πιστεύω στο να γίνονται προσφορές σε φιλανθρωπίες, οι οποίες διατηρούν το διοικητικό τους κόστος σε ελάχιστα επίπεδα.
bent on doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (be determined to do [sth])αποφασισμένος να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 That cousin of yours is bent on doing as much damage as he can.
be big on [sth],
be big on doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
informal (be keen on, consider important)μου αρέσει πολύ κτ, κτ μου αρέσει πολύ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)τρελαίνομαι για κτ ρ αμ + πρόθ
  (αργκό)γουστάρω πολύ κτ, γουστάρω τρελά κτ ρ μ + επίρ
blackjack [sb] into doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, informal, figurative (coerce)εξαναγκάζω, καταναγκάζω, υποχρεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)αναγκάζω, κάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
bluff [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (deceive, fool) (κπ για να κάνει κάτι)εξαπατώ, κοροϊδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κπ να κάνει κτ)παραμυθιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομ: για να κάνει κτ)τη φέρνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Steve bluffed Joe into doing the laundry all week.
 Ο Στηβ εξαπάτησε τον Τζο για να κάνει τη μπουγάδα όλη την εβδομάδα.
boast of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (speak proudly) (ότι/πως)καυχιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κομπάζω, περηφανεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She always boasts of having the largest house in the street.
 Κομπάζει (or: Περηφανεύεται) συνεχώς ότι έχει το μεγαλύτερο σπίτι στον δρόμο.
boast about doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (speak proudly about achieving [sth](ότι/πως ή για κάτι που έκανα)καυχιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κομπάζω, περηφανεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Marcus often boasts about running the Boston Marathon last year.
 Ο Μάρκους καυχιέται συχνά ότι έτρεξε στον περσινό μαραθώνιο της Βοστώνης.
boast of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (claim to have done [sth](ότι/πως)καυχιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κομπάζω, περηφανεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He boasted of once catching the biggest trout ever recorded.
 Κόμπαζε (or: Περηφανευόταν) ότι κάποτε έπιασε τη μεγαλύτερη πέστροφα που έχει καταγραφεί ποτέ.
boast of doing [sth] vi + prep (claim)καμαρώνω για κτ που έκανα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  καυχιέμαι ότι έκανα κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διαλαλώ ότι έκανα κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  διατυμπανίζω ότι έκανα κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
boast of doing [sth] vi + prep (speak proudly)καμαρώνω που έκανα κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μιλάω με περηφάνια για κτ που έκανα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
the bother (of (doing) [sth]) nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (effort)κόπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (πιο δύσκολη προσπάθεια)μπελάς ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Is applying for a permit really worth the bother?
 Αξίζει πράγματι τον κόπο να υποβάλλει κανείς αίτηση για άδεια;
brainwash [sb] into doing [sth] vtr + prep (indoctrinate into doing)κάνω πλύση εγκεφάλου σε κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πείθω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)καταφέρνω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The cult brainwashed Brian into leaving his family.
bully [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (force using threats)αναγκάζω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά λέξη)αναγκάζω κπ να κάνει κτ μέσω εκφοβισμού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
buttonhole [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, figurative, informal (accost, force to do)πιέζω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)βάζω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The interviewer buttonholed me into making comments I later regretted.
by doing advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." informal (by practising, on the job)κάνοντας επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I've never been great at tests and exams: learn best by doing.
cajole [sb] into doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (coax, persuade)πείθω κπ να κάνει κτ με καλοπιάσματα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καλοπιάνω κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω γαλιφιές σε κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επιτυχής έκβαση)τουμπάρω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Ron cajoled his parents into allowing him to borrow their car.
can't help [sth],
can't help doing [sth],
cannot help
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(feel compelled to do [sth])κτ είναι αναπόφευκτο φρ
  αναπόφευκτα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  δεν μπορώ παρά να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I can't help wondering if she really knows what she's doing.
 Είναι αναπόφευκτο να αναρωτιέμαι αν ξέρει πραγματικά τι κάνει.
 Δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι αν ξέρει πραγματικά τι κάνει.
capable of doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (able to do [sth](να κάνω κάτι)μπορώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συχνά ενέχει αποδοκιμασία)ικανός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (για κάτι που μαθαίνεται)ξέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 My little boy isn't capable of tying his own shoelaces yet.
 Το αγοράκι μου δεν μπορεί ακόμη να δέσει τα κορδόνια του.
 Το αγοράκι μου δεν ξέρει ακόμη να δέσει τα κορδόνια του.
careful to do [sth],
careful about doing [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(making sure to do [sth])προσέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He is careful about locking the doors before he goes out.
 Προσέχει να κλειδώνει πάντα την πόρτα πριν βγει έξω.
catch [sb] doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (discover unexpectedly)πιάνω κπ να κάνει κτ, συλλαμβάνω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  πιάνω κπ στα πράσα να κάνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Alice caught her boyfriend eating cookies in the middle of the night.
caution [sb] against [sth],
caution [sb] against doing [sth]
vi + prep
(warn not to do [sth])προειδοποιώ κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  προειδοποιώ κπ να μην κάνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
chance doing [sth],
chance [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(risk) (να κάνω κτ, να γίνει κτ)διακινδυνεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ρισκάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I need to leave early. I can't chance missing the plane.
be charged with [sth],
be charged with doing [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(with crime)κατηγορούμαι για κάτι ρ αμ + πρόθ
  κατηγορούμαι ότι έκανα κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)χρεώνομαι με κτ ρ αμ + πρόθ
 Tom is charged with robbery.
 Ο Τομ κατηγορείται για ληστεία.
chastise [sb] for doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (reprimand [sb] for doing [sth])επιπλήττω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
  (καθομιλουμένη)μαλώνω κπ για κτ, κατσαδιάζω κπ για κτ ρ μ + πρόθ
 The boss chastised me for speaking out.
chicken out of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." slang (not be brave enough to do) (καθομιλουμένη)κιοτεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μεταφορικά)παραείμαι κότα για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δειλιάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
coax [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (persuade, entice into doing)πείθω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)καταφέρνω κπ να κάνει κτ, τουμπάρω κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Jessica tried to coax her daughter into eating the oatmeal.
 Η Τζέσικα προσπάθησε να πείσει την κόρη της να φάει τη βρώμη.
coerce [sb] into doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (force, compel) (κάποιον να κάνει κάτι)αναγκάζω, υποχρεώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  καταναγκάζω, εξαναγκάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον να κάνει κτ)επιβάλλω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government was coerced into accepting the treaty.
come near to doing [sth],
come close to doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (nearly do [sth](μεταφορικά)φτάνω κοντά σε κτ, φτάνω ένα βήμα πριν από κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (με γενική)είμαι στα πρόθυρα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)παραλίγο να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 After I lost my job and my son died, I came near to having a breakdown.
 Όταν απολύθηκα και έχασα τον γιο μου, έφτασα ένα βήμα πριν από την κατάρρευση.
 Όταν απολύθηκα και έχασα τον γιο μου, ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης.
 Όταν απολύθηκα και έχασα τον γιο μου, παραλίγο να καταρρεύσω.
commence doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." formal (begin an activity, action) (να κάνω κάτι)αρχίζω, ξεκινάω, ξεκινώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 As soon as the music started, the crowd commenced dancing.
 Μόλις ξεκίνησε η μουσική, το πλήθος ξεκίνησε να χορεύει.
commit to [sth],
commit to doing [sth]
vi + prep
(be dedicated to) (σε κάτι ή να κάνω κάτι)δεσμεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 You must be willing to commit to the program for at least three months. I committed to working on the project for the next six months.
 Πρέπει να είστε πρόθυμοι να δεσμευτείτε στο πρόγραμμα το λιγότερο για τρεις μήνες. Δεσμεύομαι να εργαστώ για το πρότζεκτ τους επόμενους έξι μήνες.
commit yourself to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (promise)τάσσομαι σε, αφοσιώνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You need to schedule times when you will commit yourself to studying.
committed to doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: dedicated to doing) (σε κτ)αφοσιωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  που υπηρετεί κτ με αφοσίωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Rachel is committed to bettering the lives of animals.
 Η Ρέιτσελ είναι αφοσιωμένη στη βελτίωση της ζωής των ζώων.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο Μπεν υπηρετεί με αφοσίωση τους ασθενείς του.
compensate for doing [sth] vi + prep (make amends) (για κτ που έκανα)επανορθώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He booked a table at her favourite restaurant to compensate for forgetting their wedding anniversary.
 Έκλεισε τραπέζι το αγαπημένο της εστιατόριο για να επανορθώσει που ξέχασε την επέτειο του γάμου τους.
con [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (trick [sb] into doing [sth])παρασέρνω κπ να κάνει κτ, παρασύρω κπ να κάνει κτ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (καθομιλουμένη)ξεγελάω κπ για να κάνει κτ, ξεγελώ κπ για να κάνει κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)τη φέρνω σε κπ για να κάνει κτ β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 My friends conned me into going to see a musical.
 Οι φίλοι μου με παρασύρανε για να πάμε να δούμε ένα μιούζικαλ.
confess to doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (admit doing [sth](ότι/πως έκανα κτ)ομολογώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jim confessed to making a mess in the office kitchen.
 Ο Τζιμ ομολόγησε πως έκανε χάλια την κουζίνα του γραφείου.
Congratulations on doing [sth] interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing joy for [sb]'s success) (μόνο πληθυντικός)συγχαρητήρια ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Congratulations on winning the marathon!
 Συγχαρητήρια για τη νίκη σου στο μαραθώνιο!
be conscious of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (aware of your actions)αντιλαμβάνομαι ότι/πως κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  έχω συναίσθηση ότι/πως κάνω κτ, έχω επίγνωση ότι/πως κάνω κτ, γνωρίζω ότι/πως κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κάνω κτ συνειδητά ρ μ + επίρ
be conscious of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (mindful of your actions)προσέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  είμαι προσεχτικός, είμαι προσεκτικός ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
 Be conscious of how you step, because the rocks are slippery.
 Να προσέχεις πως πατάς, γιατί οι πέτρες γλιστράνε.
consider doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (think about doing [sth])σκέφτομαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Henry is considering taking up a sport.
 Ο Χένρι σκέφτεται να ξεκινήσει ένα άθλημα.
consist in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be essentially) (ή στο να κάνω κτ)συνίσταμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
constrain [sb] from doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (hold [sb] back legally)δεν επιτρέπω σε κπ να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The contract constrained the author from hiring a new agent.
 Το συμβόλαιο δεν επέτρεπε στον συγγραφέα να προσλάβει νέο ατζέντη.
contemplate doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (consider a course of action) (να κάνω κτ)σκέφτομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  σκέφτομαι σοβαρά ρ αμ + επίρ
 Brenda contemplated getting a guard dog.
content to do [sth],
content with doing [sth]
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(satisfied) (που κάνω κτ, που συμβαίνει κτ)χαρούμενος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  ικανοποιημένος, ευχαριστημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  χαίρομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 She was content to hear about his promotion.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είμαι πολύ χαρούμενος που ο γιος μου τα πάει καλά στο σχολείο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Είμαι πολύ ευχαριστημένος (or: ικανοποιημένος) που ο γιος μου τα πάει καλά στο σχολείο.
 Χάρηκε όταν έμαθε για την προαγωγή του.
counterweight [sth] by doing [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (provide a balance with) (μεταφορικά)αντισταθμίζω κτ κάνοντας κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We counterweighted the negative aspects of the deal by offering plenty of freebies.
cut out for doing [sth] adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." informal, figurative (person: able, suited)φτιαγμένος για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο)που είναι για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)που το έχει με κάτι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κατάλληλος για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Some people aren't cut out for dealing with the public.
 Μερικοί άνθρωποι δεν είναι φτιαγμένοι για να συναλλάσσονται με το κοινό.
 Μερικοί άνθρωποι δεν είναι για να συναλλάσσονται με το κοινό.
 Μερικοί άνθρωποι δεν το έχουν με τις συναλλαγές με το κοινό.
deceive [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (fool into doing) (ώστε κπ να κάνει κάτι)παραπλανώ, παρασύρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The positive feedback I was getting from my boss deceived me into thinking I would get the promotion.
decide on (doing) [sth] vi + prep (opt for) (κάτι ή να κάνω κάτι)επιλέγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (να κάνω κάτι)αποφασίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They decided on a cruise for their holiday.
 Επέλεξαν μια κρουαζιέρα για τις διακοπές τους.
decide against doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (choose not to)αποφασίζω να μην κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I decided against going on holiday this year, since I had just lost my job.
 Αποφάσισα να μην πάω διακοπές φέτος, αφού είχα μόλις χάσει τη δουλειά μου.
decoy [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (trick into doing)παραπλανώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The enemy decoyed the fighter pilots into shooting at unarmed missiles.
dedicate [sth] to doing [sth] vtr + prep (devote) (κάτι σε κάτι, κάτι για να κάνω κάτι)αφιερώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I'm going to dedicate my weekend to finishing a speech I'm writing.
 Θα αφιερώσω το σαββατοκύριακό μου για να τελειώσω μία ομιλία που γράφω.
dedicated to doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (devoted to one task) (σε δραστηριότητα)αφιερωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 My evenings are dedicated to practising the piano.
 Τα βράδια μου είναι αφιερωμένα στην εξάσκηση πιάνου.
dedicated to doing [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (person: committed to a task)που κάνει κτ με αφοσίωση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αφοσιωμένος στο να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Harry is a conscientious employee, dedicated to doing his best.
 Ο Χάρυ είναι ένας ευσυνείδητος υπάλληλος, αφοσιωμένος στο να κάνει το καλύτερο που μπορεί.
delight in doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (enjoy doing)χαίρομαι να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  απολαμβάνω να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The children delight in tormenting their babysitter.
 Τα παιδιά χαίρονται να βασανίζουν την μπέιμπι-σίτερ τους.
delude [sb] into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (mislead into doing [sth])παραπλανώ κπ για να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  ξεγελάω κπ ώστε να κάνει κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
delude yourself into doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (think, believe, etc. mistakenly)τρέφω αυταπάτες και κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αυταπατώμαι κάνοντας κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κοροϊδεύω τον εαυτό μου κάνοντας κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Don't delude yourself into thinking that your life would be better in another city.
depend on doing [sth],
depend upon doing [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(necessitate doing)εξαρτώμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  προϋποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  εξαρτώμαι από κτ ρ αμ + πρόθ
 Getting a driving licence depends upon passing the written and practical examinations.
desist from doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stop doing) (από το να κάνω κάτι)απέχω ρ αμ + πρόθ
  (να κάνω κάτι)παύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The court ordered the company to desist from trading completely.
despair of doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (lose hope of doing [sth](να γίνει κάτι)χάνω κάθε ελπίδα, χάνω τις ελπίδες μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I despair of ever making Julie see my point of view.
 Έχω χάσει κάθε ελπίδα για το αν θα κάνω ποτέ τη Τζούλυ να αντιληφθεί την άποψή μου.
detect [sb] doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (catch [sb] in the act of) (κπ να κάνει κτ)πιάνω, συλλαμβάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I couldn't understand why I kept losing, then I detected my partner cheating.
deter [sb] from doing [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (discourage from doing) (κπ από το να κάνει κτ)αποτρέπω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αποθαρρύνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The large dog deterred trespassers from entering the property.
 Το μεγάλο σκυλί απέτρεπε τους περαστικούς απ' το να εισέρχονται στην ιδιοκτησία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: major doings [in town, at the mall] (yesterday), the latest doings of [movie, pop, television] stars, criminal doings, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης