dogmatize

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒɡməˌtaɪz/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dôgmə tīz′, dog-)


Inflections of 'dogmatize' (v): (⇒ conjugate)
dogmatizes
v 3rd person singular (US & UK)
dogmatizing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing." (US & UK)
dogmatized
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed." (US & UK)
dogmatized
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked." (US & UK)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dogmatize [sth],
dogmatise [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(treat as unquestionable)δογματίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  θεωρώ κάτι αδιαμφισβήτητο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  αντιμετωπίζω κτ με δογματισμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dogmatize στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dogmatize'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης