dogmatic

Listen:
 [dɒgˈmætɪk]


WordReference English-Greek Dictionary © 2019:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dogmatic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (overly authoritative)δογματικός, απόλυτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 My father was a strict, dogmatic man who disliked frivolity.
dogmatic adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (relating to a doctrine)δογματικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 According to the dogmatic principles of the religion, salvation comes from Jesus.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dogmatic στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dogmatic'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης