dogma

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒgmə/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdɔgmə, ˈdɑg-/ ,USA pronunciation: respelling(dôgmə, dog-)


Inflections of 'dogma' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.):
dogmas
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."
dogmata
nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dogma nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ethos, doctrine)δοξασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  δόγμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Catholic dogma is laid out in the Nicene Creed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dogma' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dogma στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dogma'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης