Σε αυτή τη σελίδα: documented, document

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
documented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (recorded, reported)καταγεγραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  τεκμηριωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] on paper)έγγραφο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μτφ)χαρτί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The secretary put the document back in the filing cabinet.
 Η γραμματέας ξαναέβαλε το έγγραφο στο ερμάριο αρχειοθέτησης.
document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer file) (κειμένου)έγγραφο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αρχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Helen opened a new document and began to type.
 Η Έλεν άνοιξε ένα καινούριο αρχείο και ξεκίνησε να πληκτρολογεί.
document [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (record)καταγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The journalist documented events in the war zone.
 Ο δημοσιογράφος κατέγραψε γεγονότα στην εμπόλεμη ζώνη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (claim: support with evidence)τεκμηριώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It isn't enough to say a car hit your house; we need you to document your claim before we can authorize an insurance payout.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
documented | document
ΑγγλικάΕλληνικά
well-documented adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (much written evidence)τεκμηριωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  καλά τεκμηριωμένος περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'documented' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση documented στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'documented'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης