document

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsnoun: /ˈdɒkjumənt/, verb: /ˈdɒkjumənt/ /ˈdɒkjumɛnt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/n. ˈdɑkyəmənt; v. -ˌmɛnt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. dokyə mənt; v. dokyə ment′)



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] on paper)έγγραφο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη, μτφ)χαρτί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The secretary put the document back in the filing cabinet.
 Η γραμματέας ξαναέβαλε το έγγραφο στο ερμάριο αρχειοθέτησης.
document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (computer file) (κειμένου)έγγραφο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αρχείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Helen opened a new document and began to type.
 Η Έλεν άνοιξε ένα καινούριο αρχείο και ξεκίνησε να πληκτρολογεί.
document [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (record)καταγράφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The journalist documented events in the war zone.
 Ο δημοσιογράφος κατέγραψε γεγονότα στην εμπόλεμη ζώνη.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
document [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (claim: support with evidence)τεκμηριώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It isn't enough to say a car hit your house; we need you to document your claim before we can authorize an insurance payout.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
attached document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] appended to letter or e-mail)συνημμένο έγγραφο επίθ + ουσ ουδ
  συνημμένο επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
 Please read and sign the attached document.
draft document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (preliminary version) (εγγράφου)προσχέδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This is just a draft document; I'll send you the final version next week.
draw up a formal document v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (write official paper)συντάσσω επίσημο έγγραφο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The lawyers are drawing up a formal document detailing my divorce settlement.
 Οι δικηγόροι συντάσσουν ένα επίσημο έγγραφο, το οποίο περιγράφει τον διακανονισμό του διαζυγίου μου.
original document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (master copy of [sth] written or printed) (γραπτό κείμενο)πρωτότυπο επίθ ως ουσ ουδ
  πρωτότυπο έγγραφο επίθ + ουσ ουδ
tax document nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (return, paper submitted for tax purposes)φορολογικό έντυπο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'document' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: computing: put it on the document server, [legal, administrative, work, office, medical] documents, a [stamped, signed, certified, government, classified] document, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση document στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'document'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης