doctor

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɒktər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdɑktɚ/ ,USA pronunciation: respelling(doktər)


Σε αυτή τη σελίδα: doctor, Dr., doc
Ο όρος 'doctor' αποτελεί εναλλακτική του όρου 'Dr.', 'doc'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'doctor' is an alternate term for 'Dr.', 'doc'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical professional)γιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (επίσημο)ιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (καθομιλουμένη, λαϊκό)γιατρίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 My husband is sick: he needs to see a doctor.
 Ο άντρας μου είναι άρρωστος. Πρέπει να δει γιατρό.
Doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (term of address: Doctor)δόκτωρ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (συντομογραφία)Δρ. ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (καθομ: προσφώνηση)γιατρέ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Who famously said, "Doctor Livingstone, I presume?"
 This sentence is not a translation of the original sentence. Δόκτωρα Τζόουνς, είναι τιμή μας να σας έχουμε κοντά μας.
doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (holder of PhD, etc.)διδάκτωρ, δόκτορας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  δόκτωρ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (συντομογραφία)Δρ. ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Nadia became a doctor when she gained a PhD in political science.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ο πατέρας μου είναι διδάκτωρ (or: δόκτορας) των Πολιτικών Επιστημών.
doctor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (falsify)παραποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ, καθομιλουμένη)μαγειρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The defendant was accused of doctoring the evidence before the police took it away.
 Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε ότι παραποίησε τα στοιχεία πριν τα παραλάβει η αστυνομία.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Τον κατηγόρησαν ότι δωροδοκήθηκε και μαγείρεψε τα στοιχεία.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (expert)ειδικός επίθ ως ουσ αρσ
  (χιουμοριστικό)γιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The computer doctor came by and fixed the problem.
 Ήρθε ο ειδικός του υπολογιστή και διόρθωσε το πρόβλημα.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Ήρθε ο γιατρός και μας έφτιαξε τον υπολογιστή.
doctor viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." dated (act as a doctor)ασκώ την ιατρική περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He has been doctoring for three years now.
doctor [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated (treat medically)γιατρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He doctored the patient back to full health.
doctor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang, figurative (fix)φτιάχνω, επισκευάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Try to doctor that device into working again by noon.
doctor [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." slang, figurative (alter)αλλάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (προς το καλύτερο)διορθώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Let me doctor the display a little to make it appear better.
doctor [sb/sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK (castrate)στειρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Yes, we need to get our two dogs doctored soon.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Dr. (US),
Dr (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
written, abbreviation (Doctor: title) (σντμ: δόκτωρ)Δρ., Δρ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (doctor)γιατρός ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The doc will see you now.
Doc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, abbreviation (term of address: Doctor) (προσφώνηση)γιατρέ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 Is there a pill I can take to reduce my symptoms, Doc?
doc nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. abbreviation (document)έγγραφο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Attach the doc to an email and send it immediately.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
doctor | Dr. | doc
ΑγγλικάΕλληνικά
attending doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (physician in charge of a case) (γιατρός σε νοσοκομείο)επιμελητής, επιμελήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται ευρέως στην καθομιλουμένη.
beauty doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (performs cosmetic treatments) (ανεπίσημο)αισθητικός ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
Doctor of Philosophy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (highest university degree)διδακτορικό δίπλωμα επίθ + ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)διδακτορικό επίθ ως ουσ ουδ
Doctor of Philosophy nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person holding PhD degree)διδάκτωρ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  κάτοχος διδακτορικού διπλώματος φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
doctor's appointment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scheduled medical consultation)ραντεβού με το γιατρό, ραντεβού στο γιατρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I have a doctor's appointment tomorrow, and a dentist appointment the day after.
doctor's office (US),
doctor's surgery (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(place where patients consult a doctor)ιατρείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (καθομιλουμένη)στον γιατρό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I went to the doctor's office to get a prostate exam.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Η γραμματέας μπήκε στο ιατρείο και βρήκε τον κ. Δημητρίου να μελετά μια ακτινογραφία.
 Πήγα στον γιατρό για μια εξέταση προστάτη.
doctor's visit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (scheduled medical appointment)ραντεβού στον γιατρό φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  επίσκεψη στον ιατρό φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  επίσκεψη στο ιατρείο φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
eye doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ophthalmologist)οφθαλμίατρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  οφθαλμίατρος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
family doctor,
family physician
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
mainly US (GP: physician who treats all ages)οικογενειακός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (ειδικότητα)γενικός ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
foot doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (podiatrist: doctor whose specialization is feet)ποδίατρος, ποδολόγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I went to the foot doctor to have my bunions removed.
GP nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK, colloquial, initialism (doctor: general practitioner)γενικός γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  (καθομιλουμένη: συχνό αν και αδόκιμο)παθολόγος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 When is the last time you saw your GP for a physical exam?
head doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (chief medical officer)επικεφαλής γιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
  επικεφαλής ιατρός επίθ + ουσ αρσ/θηλ
 Mr. Smith was the head doctor at the surgical unit.
head doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (psychiatrist) (καθομιλουμένη)τρελογιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 That guy has mental problems - he needs to see a head doctor.
 Εκείνος ο τύπος έχει ψυχολογικά προβλήματα - πρέπει να δει έναν τρελογιατρό.
herbalist,
herb doctor
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
([sb] who offers herbal treatments)βοτανοθεραπευτής, βοτανοθεραπεύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
JD nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (law degree: Juris Doctor)Δ.Ν. φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
  Διδάκτωρ Νομικής φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
Juris Doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lawyer's degree)πτυχίο δικηγόρου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 He finished his Juris Doctor last year, and now he's practising with a big firm.
 Πήρε το πτυχίο δικηγόρου πέρσι και τώρα κάνει πρακτική σε μια μεγάλη εταιρεία.
just what the doctor ordered nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, informal ([sth] needed and welcomed)ό,τι πρέπει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ακριβώς αυτό που χρειάζομαι περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 A week's holiday in the sun was just what the doctor ordered.
MD nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. initialism (Doctor of Medicine)ιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
 If you need a good pediatrician, try Dr. Shaw, MD.
medical certificate,
doctor's certificate
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(doctor's note excusing [sb] from work)ιατρική βεβαίωση ασθενείας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  βεβαίωση αναρρωτικής άδειας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
orthopedic doctor (US),
orthopaedic doctor (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(treats bone deformities)ορθοπεδικός επίθ ως ουσ αρσ/θηλ
  (επίσημο)ιατρός ορθοπεδικός φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
PhD,
PhD.,
Ph.D.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (degree: Doctor of Philosophy) (πτυχίο)διδακτορικό ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  PhD ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 From what institution did you get your PhD?
 Από ποιο πανεπιστήμιο πήρες το διδακτορικό σου;
 Από ποιο πανεπιστήμιο πήρες το PhD σου;
PhD,
PhD.,
Ph.D.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
abbreviation (academic title: Doctor of Philosophy) (ακαδημαϊκός τίτλος)διδάκτωρ ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  κάτοχος διδακτορικού τίτλου φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 The keynote speaker is Rachel Fine, PhD.
 Η κεντρική ομιλήτρια είναι η διδάκτωρ Ρέιτσελ Φάιν.
 Η κεντρική ομιλήτρια είναι η Ρέιτσελ Φάιν, κάτοχος διδακτορικού τίτλου.
quack doctor,
quack
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
slang, pejorative (unqualified doctor)κομπογιαννίτης, κομπογιαννίτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  ψευτογιατρός ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
script doctor (script reviser)επιμελητής σεναρίου, επιμελήτρια σεναρίου φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
spin doctor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (press agent)υπεύθυνος τύπου φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  στρεψόδικος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
witch doctor,
witchdoctor
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(shaman, spiritual healer)κομπογιαννίτης, καλαμπόρτζης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Europeans called Native American healers "witch doctors" because they didn't understand the culture.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doctor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: doctored the [evidence, results, facts, photos, samples] , [an eye, a family, a medical, a veterinary] doctor, doctored the [facts] to [favor, include, show, suit], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doctor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'doctor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης