district

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɪstrɪkt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdɪstrɪkt/ ,USA pronunciation: respelling(distrikt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of town)συνοικία, περιοχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (διοίκηση)διαμέρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The Smiths moved to a different district on the other side of town.
 Οι Σμιθς μετακόμισαν σε διαφορετική συνοικία (or: περιοχή) στην άλλη πλευρά της πόλης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (local government area)περιφέρεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The two candidates were fighting to get elected in the district.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
administrative district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (county, municipality, etc.)διοικητική περιφέρεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
business district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (commercial area of a town or city)περιοχή επαγγελματικών επιχειρήσεων, εμπορική συνοικία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 You can find the large retail stores in the business district.
District of Columbia nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Washington, D.C.)Κολούμπια ουσ θηλ κύρκύριο ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. Μαρία, Ελλάδα, Ελληνίδα κλπ.
commercial district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (business area) (για οικονομία, εμπόριο)εμπορική περιοχή επίθ + ουσ θηλ
DA,
D.A.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, initialism (district attorney)περιφερειακός εισαγγελέας, περιφερειακή εισαγγελέας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 The DA is closely following the case.
DC,
D.C.
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
initialism (District of Columbia)Περιφέρεια της Κολούμπια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
district attorney nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (DA: chief lawyer of a state or area)εισαγγελέας ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
 The District Attorney prosecutes crimes occurring within the boundaries of Humboldt County.
district council nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (body of local government)επαρχιακό συμβούλιο, νομαρχιακό συμβούλιο, περιφερειακό συμβούλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The district council are responsible for household waste collections.
district court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (intermediate, state court)επαρχιακό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  πρωτοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορών στο νομικό σύστημα.
 The district court deals with the most common violations of law.
district manager nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (manager overseeing a district)περιφερειακός διευθυντής, περιφερειακή διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  διευθυντής περιφέρειας, διευθύντρια περιφέρειας φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
District of Columbia nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (Washington, D.C. capital of the US)περιφέρεια της Κολούμπια φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
district police nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (local law enforcement)τοπική αστυνομία επίθ + ουσ θηλ
the Lake District nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (region of north west England) (περιοχή)Lake District φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
red-light district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of town frequented by prostitutes)περιοχή όπου συχνάζουν ιερόδουλες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συνοικία με οίκους ανοχής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  περιοχή με κόκκινα φανάρια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
school district nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (official region of school)διεύθυνση εκπαίδευσης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'district' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is the district [sheriff, judge, attorney], works at the district council, a [trial, case] in the district court, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση district στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'district'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης