distressed

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈstrɛst/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di strest)

Σε αυτή τη σελίδα: distressed, distress

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distressed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: upset)αναστατωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (στρες)αγχωμένος, στρεσαρισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (θλίψη)στενοχωρημένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Rachel was understandably distressed when she lost her job.
 Η Ρέιτσελ ήταν δικαιολογημένα αναστατωμένη όταν έχασε τη δουλειά της.
 Η Ρέιτσελ ήταν δικαιολογημένα αγχωμένη όταν έχασε τη δουλειά της.
 Η Ρέιτσελ ήταν δικαιολογημένα στενοχωρημένη όταν έχασε τη δουλειά της.
distressed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (clothing, furniture: made to look worn)με παλαιωμένη όψη, με φθαρμένη όψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (ρούχα, μόδα)φθαρμένος, σκισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  distressed επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (έπιπλα)αντικέ επίθ άκλάκλιτο επίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.κυριλέ ντύσιμο, γκρι μαλλιά κλπ, και δεν αλλάζει ανάλογα με το γένος. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 Dan was wearing a white T-shirt and distressed jeans. The distressed oak sideboard looked perfect in Janice's dining room.
 Ο Νταν φορούσε ένα μπλουζάκι και σκισμένο τζιν.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distressed adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (poor, impoverished) (συνήθως περιοχή)υποβαθμισμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  αναξιοπαθής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The distressed city saw another factory close this week.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mental pain) (ψυχικός)πόνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  δυστυχία, θλίψη, στενοχώρια, στεναχώρια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (λιγότερο έντονο)αναστάτωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πολύ έντονο)απελπισία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The widow's distress at her husband's funeral was obvious.
 Ο πόνος της χήρας στην κηδεία του συζύγου της ήταν φανερός.
distress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (need for help)ανάγκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κίνδυνος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  δυσχέρεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Richer nations came to the aid of the country in its time of distress.
 Πλουσιότερα κράτη ήρθαν να ενισχύσουν τη χώρα τη στιγμή που το είχε ανάγκη.
distress [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (upset)στενοχωρώ, στεναχωρώ, θλίβω, αναστατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)προκαλώ θλίψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μεταφορικά)πονάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πολύ έντονο)φέρνω κπ σε απελπισία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The news of his old friend's death distressed Bill.
 Τα νέα του θανάτου του παλιού του φίλου στενοχώρησαν τον Μπιλ.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
distress nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical: malfunction)δυσχέρεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The patient is suffering from gastric distress.
distress [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (age furniture, clothing, etc.)δίνω παλαιωμένη όψη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The furniture maker distressed the chest of drawers.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'distressed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: was distressed to [see, learn, read, discover, hear], get distressed at (not) [having, being], get distressed at [what, why, when, how], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση distressed στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'distressed'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης