disputatious

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdɪspjʊˈteɪʃəs/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˌdɪspjʊˈteɪʃəs/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(dis′pyŏŏ tāshəs)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disputatious adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (argumentative) (συζήτηση)αντιδραστικός, επιθετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αντιρρησίας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μτφ)φιλόνικος, πολεμοχαρής, φιλοπόλεμος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση disputatious στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'disputatious'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης