disposition

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdɪspəˈzɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌdɪspəˈzɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(dis′pə zishən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (normal attitude) (μτφ: πώς είμαι κανονικά)φύση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 People always like Sarah because of her cheerful disposition.
 Ο κόσμος πάντα συμπαθεί τη Σάρα λόγω της χαρούμενης φύσης της.
disposition to do [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (inclination)προδιάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  τάση, κλίση, ροπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 William has a dangerous disposition to gamble.
 Ο Γουίλλιαμ έχει μια επικίνδυνη ροπή προς τον τζόγο.
disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mood, humour)διάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ψυχολογική κατάσταση επίθ + ουσ θηλ
  κατάσταση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Given his current disposition, I don't think this is a good time to ask the boss for a pay rise.
 Δεδομένης της τωρινής του ψυχολογικής κατάστασης δε νομίζω πως είναι η κατάλληλη στιγμή για να ζητήσεις αύξηση απ' το αφεντικό.
disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disposal, charge)διάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The college has funds at its disposition to provide bursaries for poorer students.
 Το κολέγιο έχει χρήματα στη διάθεσή του για να χορηγεί υποτροφίες σε φτωχότερους φοιτητές.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. formal (arrangement)διάταξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The disposition of the furniture in the room was pleasing to the eye. The general gave a great deal of thought to the disposition of the remaining troops.
disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (final settlement)διευθέτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διάθεση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The disposition of the estate was finally completed and all the heirs had received their part of the inheritance.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
good disposition nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pleasant manner, character)ευχάριστος χαρακτήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Labradors have a good disposition which makes them a good dog around children.
 Τα Λαμπραντόρ έχουν ευχάριστο χαρακτήρα που τα κάνει καλούς σκύλους για τα παιδιά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'disposition' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has a [cheerful, positive, kind, gloomy, nervous] disposition, has a dangerous disposition to [gamble, drink, fight], has a disposition toward [forgiveness, clemency, rash decisions, harsh punishment], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση disposition στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'disposition'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης