Σε αυτή τη σελίδα: disordered, disorder

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disordered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (untidy)ακατάστατος, άτακτος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Chad used to be a very neat person, but lately his apartment is disordered and dirty.
disordered adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not well organized)ακατάστατος, άτακτος, χαώδης επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  αποδιοργανωμένος, αναστατωμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 When I'm stressed out, my thinking is disordered.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disorder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mess)ακαταστασία, αταξία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)ανακατωσούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Have you seen the disorder Peter's desk is in? It's a wonder he ever finds anything!
 Έχεις δει σε τι ακαταστασία βρίσκεται το γραφείο του Πήτερ; Είναι απορίας άξιο πώς βρίσκει τίποτα!
disorder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disturbance)αναταραχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  ταραχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (π.χ. της κοινής ησυχίας)διατάραξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Police were called to deal with the disorder.
 Κάλεσαν την αστυνομία για την αντιμετώπιση της αναταραχής.
disorder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medical)διαταραχή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The tests confirmed what type of disorder the patient was suffering from.
 Οι εξετάσεις επιβεβαίωσαν τον τύπο της διαταραχής απ' τον οποίο έπασχε ο ασθενής.
disorder [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mess up)ανακατεύω, ανακατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  αναστατώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική ή σε κτ)χαλάω την τάξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Karen saw that the cleaner had disordered the papers on her desk again.
 Η Κάρεν διαπίστωσε ότι η καθαρίστρια είχε ανακατέψει πάλι τα χαρτιά στο γραφείο της.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
disorder nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (irregularity)διατάραξη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It seemed there had been some disorder in the legal proceedings.
disorder [sth] nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (cause problems with function)διαταράσσω, διαταράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The shock disordered Paul's mind.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'disordered' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση disordered στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'disordered'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης