dislike

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌdɪsˈlaɪk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dɪsˈlaɪk/ ,USA pronunciation: respelling(dis līk)


Inflections of 'dislike' (v): (⇒ conjugate)
dislikes
v 3rd person singular
disliking
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
disliked
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
disliked
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dislike [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (not like)δε μου αρέσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 David dislikes his job and is looking for another one.
 Του Ντέιβιντ δεν του αρέσει η δουλειά του και ψάχνει για κάποια άλλη.
dislike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emotion) (μόνο για άτομο)αντιπάθεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (για πράξη, κατάσταση)δυσαρέσκεια, δυσανασχέτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Jacqui tries to hide her dislike of her mother-in-law for the sake of family harmony.
 Για χάρη της οικογενειακής ηρεμίας, η Τζάκι προσπαθεί να κρύψει την αντιπάθειά της για την πεθερά της.
dislike nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. ([sth] not liked)αυτό που δε μου αρέσει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (κατά τη γνώμη μου)το αρνητικό φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 My only dislike about the house is the lack of storage space in the kitchen.
 Το μόνο που δεν μου αρέσει σε αυτό το σπίτι είναι η έλλειψη αποθηκευτικών χώρων στην κουζίνα.
 Το μόνο αρνητικό σε αυτό το σπίτι είναι η έλλειψη αποθηκευτικών χώρων στην κουζίνα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dislike' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [real, genuine, strong] dislike, the [public's, students', children's] dislike of, a dislike of [chocolate, politicians, liars], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dislike στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dislike'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης