discussion

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈskʌʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dɪˈskʌʃən/ ,USA pronunciation: respelling(di skushən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
discussion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (instance of talking, debating)συζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  κουβέντα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 I had an interesting discussion with your teacher today.
 Είχα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον δάσκαλό σου σήμερα.
 Είχα μια ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον δάσκαλό σου σήμερα.
discussion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (process: talks)συζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διάλογος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 There has been much discussion of cyberbullying in the press recently.
 Τον τελευταίο καιρό έχει γίνει πολύ συζήτηση στον τύπο για τον εκφοβισμό μέσω του Διαδικτύου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
discussion group nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group assembled to discuss [sth])ομάδα συζήτησης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The discussion group met to find solutions to the problem.
have a discussion viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (converse, discuss, debate)συζητώ,συνομιλώ με ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 We need to have a discussion about where to vacation this year.
panel discussion nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (group discussion before an audience)δημόσιος διάλογος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  δημόσια συζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 All the speakers in the panel discussion started yelling at each other.
 Όλοι οι ομιλητές στο δημόσιο διάλογο άρχισαν να φωνάζουν μεταξύ τους.
under discussion advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (subject: being debated)υπό συζήτηση πρόθ + ουσ θηλ
up for discussion adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (open to debate)τίθεμαι προς συζήτηση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The subject of you going to the party is not up for discussion.
up for discussion adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (to be discussed) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)- β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The question will be up for discussion at our next meeting.
 Το θέμα θα συζητηθεί στην επόμενη συνάντησή μας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'discussion' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the discussion [agenda, points, topics], a discussion [group, board, forum], a [long, heated, prolonged, brief] discussion, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση discussion στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'discussion'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης