discrimination

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪsˌkrɪmɪˈneɪʃən/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/dɪˌskrɪməˈneɪʃən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di skrim′ə nāshən)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice against) (αρνητική άποψη)μεροληψία, προκατάληψη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ability to make distinctions)διάκριση, διαφοροποίηση, αντιδιαστολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We need someone on the team with her excellent discrimination.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (differentiation)διάκριση, διαφοροποίηση, αντιδιαστολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 This telescope allows a much higher level of discrimination.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
lawful discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (justifiably prejudiced treatment)διακρίσεις ή μεροληψία που δικαιολογούνται από το νόμο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
nondiscrimination,
non-discrimination
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(impartiality, fairness to all)μη διάκριση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
racial discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice based on race)φυλετική διάκριση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
reverse discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice in favour of a minority)αντίστροφη διάκριση επίθ + ουσ θηλ
  διακρίσεις υπέρ κπ, προνομιακή μεταχείριση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Many people believe that minority quotas are reverse discrimination.
sex discrimination nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (prejudice, bias based on gender)σωβινισμός, σεξισμός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The company has a policy to prevent sex discrimination at work.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'discrimination' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση discrimination στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'discrimination'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης