dig up



WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dig [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (unearth, remove from the ground)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They dug up the body to get a DNA sample.
 Ξεθάβω το σώμα για να πάρουν δείγμα DNA.
dig [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (uncover, reveal: a secret) (μεταφορικά)αποκαλύπτω, φέρνω στην επιφάνεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The tabloids are constantly trying to dig up embarrassing facts about celebrities.
 Τα ταμπλόιντ προσπαθούν συνεχώς να φέρουν στην επιφάνεια δυσάρεστα γεγονότα της προσωπικής ζωής των διασημοτήτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dig up' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dig up στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dig up'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης