dig

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɪg/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dɪg/ ,USA pronunciation: respelling(dig)

Inflections of 'dig' (v): (⇒ conjugate)
digs
v 3rd person singular
digging
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
dug
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
dug
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dig viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (turn soil with a spade, etc.)σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I can see Tom outside digging in the garden.
 Βλέπω τον Τομ να σκάβει έξω στον κήπο.
dig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (remove, turn up: soil)σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The gardener is digging the vegetable plot.
 Ο κηπουρός σκάβει τον λαχανόκηπο.
dig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make a hole, trench, etc.)σκάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  ανοίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The puppy dug a hole and buried the bone.
dig for [sth] vi + prep (excavate, search)σκάβω για να βρω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The pirate dug for the hidden treasure.
 Ο πειρατής έσκαψε για να βρει τον κρυμμένο θησαυρό.
dig for [sth] vi + prep figurative (try to obtain, elicit [sth](μεταφορικά)ψαρεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 It's a tabloid reporter's job to dig for scandalous information.
 Είναι δουλειά των ρεπόρτερ του κίτρινου τύπου να ψαρεύουν σκανδαλιστικές πληροφορίες.
dig into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] informal (eat heartily) (μεταφορικά, καθομ)πέφτω με τα μούτρα σε κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά, καθομ)ορμάω σε κτ, χιμάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)τρώω με την ψυχή μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The apple pie looks delicious; I can't wait to dig into it.
 Η μηλόπιτα φαίνεται πεντανόστιμη, δεν κρατιέμαι να πέσω με τα μούτρα πάνω της.
dig into [sth] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] figurative, informal (investigate) (μεταφορικά: κάτι)σκαλίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The detective started digging into the suspect's past.
 Ο ντετέκτιβ άρχισε να σκαλίζει το παρελθόν του υπόπτου.
dig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative, slang (critical remark) (αργκό, μτφ: πετάω, ρίχνω)καρφί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Janet didn't appreciate her boss's dig about her hairstyle.
 Η Τζάνετ δεν χάρηκε και πολύ με το καρφί του αφεντικού της για το κούρεμά της.
dig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (excavation) (συνήθως αρχαιολογική)ανασκαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (γενικότερα)σκάψιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The archeologists are all working on the dig.
 Όλοι οι αρχαιολόγοι δουλεύουν στην ανασκαφή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dig nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (jab with elbow or finger)σκουντιά ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Robert was falling asleep, but my dig in the ribs woke him up.
digs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." slang (dwelling)σπίτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (αργκό, παλαιό)τσαρδί ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Alison has digs just a few minutes' walk from her college.
dig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated, slang (enjoy) (αργκό: μου αρέσει)γουστάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I really dig disco music.
dig [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mine: coal) (καθομιλουμένη)σκάβω, βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με γενική)κάνω εξόρυξη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (επίσημο)εξορύσσω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Miners have been digging coal here for decades.
dig [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." informal (jab with elbow or finger)σκουντάω, σκουντώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Jason grinned and dug me in the ribs as if to say that he knew what I'd been doing.
dig into [sth/sb] vtr phrasal insepphrasal verb, transitive, inseparable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, not divisible--for example,"go with" [=combine nicely]: "Those red shoes don't go with my dress." NOT [S]"Those red shoes don't go my dress with."[/S] (press into) (σε κτ/κπ)χώνομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 David's trousers were too tight and the waistband was digging into him.
dig [sth] into [sth] vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (press into) (κάτι σε κάτι)χώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Sally dug her hands into the soil.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
dig in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." informal (start a meal) (μεταφορικά: φαγητό)τσακίζω, κατασπαράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)πέφτω με τα μούτρα σε κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 My mouth watered when I smelled my mom's homemade apple pie and I was ready to dig in.
 Μου έτρεξαν τα σάλια, όταν μύρισα τη σπιτική μηλόπιτα της μαμάς μου, και ήμουν έτοιμος να την τσακίσω (or: κατασπαράξω).
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έπεσε με τα μούτρα στα κρουασανάκια.
dig in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (establish defensive position)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The troops dug in and prepared themselves for the long battle ahead.
dig in vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." figurative (refuse to change opinion) (μεταφορικά)πεισμώνω, μουλαρώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He has always been stubborn, picking a side and digging in.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έτσι και μουλαρώσει δεν του αλλάζει γνώμη ο Θεός ο ίδιος.
dig [sth] out,
dig out [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (rediscover, produce) (μεταφορικά)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I dug out one of my old school reports.
 Ξέθαψα έναν παλιό έλεγχό μου από το σχολείο.
dig [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." (unearth, remove from the ground)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They dug up the body to get a DNA sample.
 Ξεθάβω το σώμα για να πάρουν δείγμα DNA.
dig [sth] up vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game." figurative (uncover, reveal: a secret) (μεταφορικά)αποκαλύπτω, φέρνω στην επιφάνεια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The tabloids are constantly trying to dig up embarrassing facts about celebrities.
 Τα ταμπλόιντ προσπαθούν συνεχώς να φέρουν στην επιφάνεια δυσάρεστα γεγονότα της προσωπικής ζωής των διασημοτήτων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cheap shot,
cheap dig
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
informal (attacking remark) (μεταφορικά)χτύπημα κάτω από τη ζώνη, χτύπημα κάτω από τη μέση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  φθηνή επίθεση, άνανδρη επίθεση έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You took a cheap shot there, bringing up his past problems.
 Η αναφορά σου στα παλιά προβλήματά του ήταν χτύπημα κάτω από τη ζώνη.
 Η αναφορά σου στα παλιά προβλήματά του ήταν φθηνή επίθεση (or: άνανδρη επίθεση).
dig deep,
delve deep
vi + adv
figurative, informal (find sufficient money) (μεταφορικά)βάζω βαθιά το χέρι στην τσέπη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The couple had to dig deep to pay their son's medical bills.
 Το ζευγάρι χρειάστηκε να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη, για να πληρώσουν τα νοσήλια του γιου τους.
dig deep vi + adv figurative (summon inner resources)μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)ψάχνω βαθιά μέσα μου, σκάβω βαθιά μέσα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You'll have to dig deep if you want to find the courage to get through this ordeal.
dig deep to do [sth] vi + adv figurative (summon strength)μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις για να κάνω κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The runner had to dig deep to maintain his lead.
dig deep vi + adv figurative (search within) (μεταφορικά)ψάχνω βαθιά μέσα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 What do you really want from life? Dig deep and you'll find the answer.
dig deep within yourself v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (summon inner resources)μαζεύω όλες μου τις δυνάμεις, συλλέγω όλες μου τις δυνάμεις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)σκάβω βαθιά μέσα μου, ψάχνω βαθιά μέσα μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Dig deep within yourself and you'll find you can overcome any fear.
dig into your pockets,
dig deep into your pockets,
delve into your pockets,
delve deep into your pockets
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
figurative (donate money) (μεταφορικά)βάζω το χέρι στην τσέπη εκφρ
 Please dig deep into your pockets - it's for a worthy cause!
dig [sth] out,
dig out [sth]
vtr + prep
(remove from the ground) (από τη γη)ξεθάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Start transplanting the tree by digging out its whole root ball.
 Ξεκίνα να μεταφυτεύεις το δέντρο ξεθάβωντας ολόκληρη τη μπάλα της ρίζας.
dig out from under [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." US, figurative (complete accumulated tasks) (μεταφορικά)ξεκαθαρίζω, τακτοποιώ εκκρεμότητες έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Once I've dug out from under this backlog of paperwork, you and I will celebrate by going out to lunch.
dig [sth] out from under [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (clear accumulated disorder, dirt) (κυριολεκτικά)ξεκαθαρίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 They had to dig their boat out from under the mud left by the flood.
dig your heels in v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (be stubborn about [sth])πεισμώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
have a dig at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (make a critical remark: about [sb](αργκό, μτφ)τα χώνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη, μτφ)τη λέω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The sacked workers had a dig at their former boss in the press.
take a dig at [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." informal (criticize or attack verbally) (μεταφορικά, καθομ: κριτική)θάβω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά, καθομ: λεκτική επίθεση)τη λέω σε κπ, τα χώνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Sally's been taking digs at her colleagues, and they're not pleased about it.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dig' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the dig [leader, site, location], [made, got in a dig] about her [glasses, freckles, accent, profession], took a dig about his [glasses], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dig στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dig'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης