destruction

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈstrʌkʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dɪˈstrʌkʃən/ ,USA pronunciation: respelling(di strukshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (state of ruin, devastation)καταστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Rescuers could not believe the destruction they found in the village.
 Οι διασώστες δεν μπορούσαν να πιστέψουν την καταστροφή που συνάντησαν στο χωριό.
destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of destroying)καταστροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The destruction of the dam was carried out by engineers.
 Την καταστροφή του φράγματος πραγματοποίησαν μηχανικοί.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
mass destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (devastation on a large scale)μαζική καταστροφή επίθ + ουσ θηλ
 The claim that Iraq had weapons of mass destruction was never proven.
massive destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (devastation on a large scale)μαζική καταστροφή επίθ + ουσ θηλ
 Hurricanes, tsunamis, and volcanoes are all examples of natural forces capable of wreaking massive destruction in a single event.
self-destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (automatic destroy mechanism)αυτοκαταστροφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
self-destruction nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (self-hating behaviour)αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, τάση αυτοκαταστροφής έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The rebellious teenager seemed bent on self-destruction.
weapons of mass destruction nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (arms: nuclear, biological, chemical)όπλα μαζικής καταστροφής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 No weapons of mass destruction were ever found after the invasion.
 Δε βρέθηκαν καθόλου όπλα μαζικής καταστροφής μετά την εισβολή.
WMD nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." initialism (weapons of mass destruction)όπλα μαζικής καταστροφής φρ ως ουσ ουδ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'destruction' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: arrested for the destruction of property, recovering from the destruction of the war, are calculating the scale of the destruction, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση destruction στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'destruction'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης