designate

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations verb: /ˈdɛzɪgneɪt/, adjective: /ˈdɛzɪgnət/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/v. ˈdɛzɪgˌneɪt; adj. -nɪt, -ˌneɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. dezig nāt′; adj. dezig nit, -nāt′)


Inflections of 'designate' (v): (⇒ conjugate)
designates
v 3rd person singular
designating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
designated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
designated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
designate [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (appoint, nominate)ορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  διορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The ailing dictator has not yet designated a successor.
designate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (indicate, denote)υποδεικνύω, δηλώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 In some languages, separate pronoun forms designate formality.
designate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (mark out)ορίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  σημαδεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The edge of the viewing area is designated with yellow tape.
 Η άκρη της περιοχής των θεατών έχει οριστεί με κίτρινη ταινία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
designate,
-designate
adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house."
(appointed but not installed) (λόγιος, επίσημο)ορισθείς μτχ αορμετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.
  διορισθείς μτχ αορμετοχή αορίστου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. προσληφθείς, προσληφθείσα, προσληφθέν κλπ.
Σχόλιο: follows noun, often hyphenated
 The ambassador designate won't take office until next month.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'designate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση designate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'designate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης