deservedly

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈzɜːrvɪdli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/diˈzɝvɪdli/ ,USA pronunciation: respelling(di zûrvid lē)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deservedly advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (justly, as merited)δικαίως, επάξια επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Having loyally served the company for years, Jane was deservedly promoted to manager.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deservedly' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deservedly στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'deservedly'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης