desegregate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/diːˈsɛgrɪgeɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/diˈsɛgrɪˌgeɪt/ ,USA pronunciation: respelling(dē segri gāt′)

Inflections of 'desegregate' (v): (⇒ conjugate)
desegregates
v 3rd person singular
desegregating
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
desegregated
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
desegregated
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
desegregate [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (make multi-racial or multi-faith)καταργώ το φυλετικό διαχωρισμό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (μτφ: πχ για σχολείο)καθιστώ μεικτό, κάνω μεικτό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση desegregate στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'desegregate'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης