demanding

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈmɑːndɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/dɪˈmændɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(di manding, -män-)

Σε αυτή τη σελίδα: demanding, demand

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
demanding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (taxing, challenging)απαιτητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  δύσκολος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 Being the leader of a country is a demanding job.
 Το να είσαι αρχηγός μιας χώρας είναι μια απαιτητική δουλειά.
demanding adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (person: requiring a lot)απαιτητικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The demanding teacher wouldn't accept any mistakes from her students.
 Η απαιτητική δασκάλα δεν δεχόταν κανένα λάθος απ' τους μαθητές της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
demand [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with object: insist on [sth])απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He demands loyalty from his workers.
 Απαιτεί αφοσίωση από τους εργαζομένους του.
demand,
demand that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: insist) (να)απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίμονα)ζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (επίσημο)αξιώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She demanded that he take out the trash.
 Απαιτούσε να βγάλει εκείνος τα σκουπίδια.
 Του ζητούσε να βγάλει τα σκουπίδια.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Οι πατατοπαραγωγοί αξίωναν συνάντηση με τον υπουργό.
demand [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (with object: require [sth])απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (έχω ως δεδομένο)προϋποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 This task demands a high degree of concentration.
 Η δουλειά αυτή απαιτεί μεγάλο βαθμό συγκέντρωσης.
demand,
demand that
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(with clause: require) (κπ να κάνει κτ)απαιτώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ότι θα κάνω κτ)προϋποθέτω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The job demanded that he arrive at 8:30 every day.
 Η δουλειά απαιτούσε να έρχεται στις 08:30 κάθε πρωί.
demand to do [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (insist on doing [sth])απαιτώ να κάνω κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I demand to see the manager!
 Απαιτώ να δω τον διευθυντή!
demand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often pl (specific requirements)αίτημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (επίσημο)αξίωση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  απαίτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The workers threatened to strike if their three demands were not agreed to.
 Οι εργάτες απειλούσαν με απεργία αν δεν ικανοποιούνταν τα τρία αιτήματά τους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Έχει την αξίωση να πάρει το μερίδιό του από το σπίτι.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Είχε την απαίτηση να του φτιάχνω καφέ!
demand,
demand for [sth]
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
uncountable (economics: market for [sth](εμπόριο: για κάτι)ζήτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The demand for new cars was up 15%.
 Η ζήτηση για καινούρια αυτοκίνητα ανήλθε κατά 15%.
demand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (request)απαίτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The demand for greater democracy was ignored.
 Η απαίτηση για περισσότερη δημοκρατία αγνοήθηκε.
demand nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (claim)απαίτηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She sued with a demand of $5000.
 Έκανε μήνυση με απαίτηση 5.000 δολαρίων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'demanding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: has a very demanding [job, occupation], a demanding [boss, teacher, parent, coach], an overly demanding [boss], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση demanding στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'demanding'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης