debased

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈbeɪst/

From the verb debase: (⇒ conjugate)
debased is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: debased, debase

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
debased adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (corrupt, amoral)ανήθικος, διεφθαρμένος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 It was eventually revealed that the chief of police was completely debased.
debased adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (spoiled, made worthless)ευτελής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  (καθομιλουμένη)χαλασμένος, κατεστραμμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 If you burn it now, the concoction will be debased.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
debase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (degrade)υποτιμώ, υποβαθμίζω, εξευτελίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Don't let anyone debase your sense of dignity.
debase [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: corrupt)ευτελίζω, εκχυδαΐζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 His years of working for a corrupt company have debased him.
debase [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (money: devalue) (χρήματα)υποτιμώ, ευτελίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The ecological disaster debased the small country's currency.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'debased' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση debased στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'debased'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης