deafening

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɛfənɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(defə ning)

Σε αυτή τη σελίδα: deafening, deafen

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deafening adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." figurative (extremely loud)εκκωφαντικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
 The construction sounds were deafening.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deafen [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (damage the hearing of)κουφαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Years of being around loud machinery had deafened Eric.
deafen [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (subject to loud noise) (μεταφορικά, καθομ)κουφαίνω, ξεκουφαίνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Must you deafen us with that awful music of yours?
 Δηλαδή πρέπει να μας ξεκουφάνεις με αυτή την απαίσια μουσική;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deafening στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'deafening'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης