dangle

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdæŋgəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈdæŋgəl/ ,USA pronunciation: respelling(danggəl)

Inflections of 'dangle' (v): (⇒ conjugate)
dangles
v 3rd person singular
dangling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
dangled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
dangled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dangle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (hang loosely)κρέμομαι, αιωρούμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 There was an electrical cord dangling from the wall.
 Υπήρχε ένα ηλεκτρικό καλώδιο που κρεμόταν από τον τοίχο.
dangle [sth] in front of [sb],
dangle [sth] before [sb]
vtr + prep
figurative, informal (offer as incentive)δελεάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (κάτι δελεαστικό)προσφέρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Dangle a raise in front of him and see what happens. The boss dangled extra overtime pay before the employees for working on the holiday.
 Δελέασέ τον με μια αύξηση και θα δεις τι θα γίνει. Το αφεντικό δελέασε τους εργαζομένους με υψηλότερη αμοιβή για τις υπερωρίες για να δουλέψουν την ημέρα της αργίας.
 Πρόσφερέ του αύξηση και θα δεις τι θα γίνει.
dangle [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (allow to hang loosely) (και αφήνω να κουνιέται)κρεμάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The kids dangled their feet over the dock.
 Τα παιδιά κρέμασαν τα πόδια τους απ' την αποβάθρα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dangle viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." dated, slang (be hanged)με κρεμάνε περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  κρεμιέμαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  απαγχονίζομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 If the killer is caught, he'll dangle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dangle' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dangled the treat in front of the [dog, cat], idiom: dangle a carrot, idiom: could be the carrot to dangle, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dangle στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'dangle'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης