curve

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɜːrv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kɝv/ ,USA pronunciation: respelling(kûrv)

Inflections of 'curve' (v): (⇒ conjugate)
curves
v 3rd person singular
curving
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
curved
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
curved
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (line or form that bends)καμπύλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We practiced drawing curves at the beginning of art class.
 Στην αρχή του μαθήματος καλών τεχνών εξασκηθήκαμε στο να σχεδιάζουμε καμπύλες.
curve,
also UK: bend
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(bend in a road)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The car came around the curve much too fast.
 Το αυτοκίνητο πήρε τη στροφή υπερβολικά γρήγορα.
curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bend in a river)στροφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  καμπή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (line on a graph)καμπύλη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Graph these equations and then compare the curves.
 Κάνε τη γραφική παράσταση αυτών των εξισώσεων και μετά σύγκρινε τις καμπύλες.
curves nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (woman's shape)καμπύλες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The actress Marilyn Monroe was famous for her curves.
curve viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (line, form: bend, not be straight)στρίβω, λυγίζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  κάνω καμπύλη περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The lines on the map curve to indicate the contours of the land.
curve viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (road: bend)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Turn left after the road curves.
 Κάνε αριστερά μετά από εκεί που στρίβει ο δρόμος.
curve viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (river: bend)στρίβω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (deceptive trick)παγίδα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 That test had some nasty curves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
ahead of the curve exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (more advanced than others) (μεταφορικά)που είναι πιο μπροστά έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  πιο προχωρημένος φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
bell curve (bell-shaped curve)κωδωνοειδής καμπύλη επίθ + ουσ θηλ
compound curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (mathematics: curve with >1 arc)σύνθετη καμπύλη φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
curve ball,
curveball
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(baseball: pitched ball that spins) (μπέιζμπολ)μπαλιά με φάλτσο, βολή με φάλτσο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
curve ball,
curveball
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal, figurative ([sth] unexpected)κάτι απροσδόκητο, κάτι αναπάντεχο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
curve ball,
curveball
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal, figurative ([sth] misleading)κάτι παραπλανητικό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
curve outwards vi + adv (have a convex shape, bulge)κυρτώνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
learning curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (degree of difficulty in learning [sth])καμπύλη μάθησης, καμπύλη εκμάθησης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 There's a steep learning curve for English speakers starting to learn Japanese.
sinusoid,
sine curve
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(mathematics: sine wave)ημιτονοειδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
throw [sb] a curve ball,
throw [sb] a curve
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US, informal, figurative (do [sth] unexpected)ξαφνιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  κάνω κτ μη αναμενόμενο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
throw [sb] a curve ball,
throw [sb] a curve
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
US, informal, figurative (do [sth] misleading) (αργκό)τη φέρνω σε κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
tight curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (narrow or strongly-angled bend)κλειστή στροφή επίθ + ουσ θηλ
yield curve nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (finance: a graph showing yield of securities with different maturity dates) (χρηματοοικονομικά)καμπύλη αποδοσης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'curve' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a curve in the [road, path], took the curve [too fast, slowly, cautiously], [braked, slowed down] before the curve, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση curve στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'curve'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης