curvature

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɜːrvətʃər/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɝvətʃɚ, -ˌtʃʊr/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kûrvə chər, -chŏŏr′)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
curvature nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (medicine: abnormal curving)καμπυλότητα, κυρτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The doctors examined the curvature of the patient's spine.
curvature nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (degree of curving)καμπυλότητα, κυρτότητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 What is the curvature of this arch?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'curvature' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση curvature στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'curvature'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης