crossword

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkrɒswɜːrd/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(krôswûrd′, kros-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crossword nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (word puzzle)σταυρόλεξο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Can you help me with today's crossword in the Times?
 Μπορείς να με βοηθήσεις με το σημερινό σταυρόλεξο των Times;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crossword puzzle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (word puzzle) (παζλ λέξεων)σταυρόλεξο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Many people enjoy the New York Times crossword puzzle.
cryptic crossword nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (word puzzle with non-literal clues)κρυπτόλεξο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crossword' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crossword στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crossword'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης