WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crosstalk,
cross-talk,
cross talk
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(telephone, radio: interference)παρεμβολή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
crosstalk,
cross-talk,
cross talk
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(chat, informal conversation)κουβέντα, κουβεντούλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)κουβεντολόι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
crosstalk,
cross-talk,
cross talk
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
UK (witty dialogue)έξυπνος διάλογος επίθ + ουσ αρσ
  (κατά λέξη)διάλογος στον οποίο οι συνομιλητές ανταλλάσσουν έξυπνες ατάκες β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crosstalk στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crosstalk'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης