crisis

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkraɪsɪs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkraɪsɪs/ ,USA pronunciation: respelling(krīsis)


Inflections of 'crisis' (nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.): nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors.": crises

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crisis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emergency situation)κρίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 June always knows what to do in a crisis.
 Η Τζουν πάντα ξέρει τι να κάνει σε μια κρίση.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crisis line nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (emergency telephone helpline)γραμμή βοήθειας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  τηλεφωνική γραμμή άμεσης στήριξης, τηλεφωνική γραμμή άμεσης βοήθειας περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 When Nelly first had thoughts of suicide, she called the crisis line.
crisis of faith nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (struggle with religious belief) (λόγιος)κρίση πίστεως φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  κρίση πίστης φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
financial crisis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (period of economic difficulty) (περίοδος οικονομικής δυσκολίας)οικονομική κρίση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The current financial crisis began with the collapse of the real estate market.
identity crisis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (confusion about yourself)κρίση ταυτότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The country is going through an identity crisis shaped by significant demographic changes.
in crisis advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (at crucial, difficult point)σε κρίση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  σε περίοδο κρίσης, σε κρίσιμο σημείο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
mid-life crisis,
midlife crisis
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(psychological condition of middle age)κρίση μέσης ηλικίας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He blamed his gambling and womanising on a mid-life crisis.
midlife crisis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stressful period)κρίση μέσης ηλικίας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crisis' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: have [called, held] crisis talks, [poor, good, excellent] crisis management, a [mid-life, marriage, work, money, relationship] crisis, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crisis στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crisis'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης