cripple

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkrɪpəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkrɪpəl/ ,USA pronunciation: respelling(kripəl)


Inflections of 'cripple' (v): (⇒ conjugate)
cripples
v 3rd person singular
crippling
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
crippled
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
crippled
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cripple [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (person: physically)αφήνω ανάπηρο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (καθομιλουμένη)σακατεύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (εγώ ο ίδιος)μένω ανάπηρος ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (καθομιλουμένη)σακατεύομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The gunshot crippled Ben, who never walked again.
 Ο πυροβολισμός άφησε ανάπηρο τον Μπεν, ο οποίος δεν ξαναπερπάτησε ποτέ.
cripple [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (machine, process) (μεταφορικά: πχ τις συγκοινωνίες)παραλύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (πχ οχήματα)ακινητοποιώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 High water crippled the trucks trying to bring supplies.
 Η υψηλή στάθμη του νερού ακινητοποίησε τα φορτηγά που προσπαθούσαν να φέρουν εφόδια.
cripple [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (plan, efforts) (μτφ: συνήθως παθητική)παραλύω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  πλήττω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The town was badly crippled when the factory closed down.
 Η πόλη επλήγη άσχημα όταν έκλεισε το εργοστάσιο.
cripple nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. dated, pejorative (lame or handicapped person) (μειωτικό)σακάτης, σακάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 Zack's twisted legs made it hard to walk, and the children called him 'cripple.'
 Με τα στραβά πόδια του ο Ζακ δυσκολευόταν να περπατήσει και τα παιδιά τον φώναζαν «σακάτη».
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'cripple' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dated, offensive: a [mental, physical] cripple, dated, offensive: The [boy, girl, man, woman] is a cripple., dated, offensive: has been [left, made] a cripple (by), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cripple στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cripple'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης