crank

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkræŋk/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kræŋk/ ,USA pronunciation: respelling(krangk)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crank [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (handle: rotate)γυρίζω, στρίβω, περιστρέφω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 You power this flashlight by cranking the handle.
crank [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (engine: start) (καθομιλουμένη)βάζω μπρος, βάζω μπροστά ρ μ + επίρ
crank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (handle)μανιβέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (σε μηχανή)στρόφαλος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 My father's first car was started with a hand crank.
 Το πρώτο αμάξι του πατέρα μου έπαιρνε μπρος με μανιβέλα.
crank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative, US (bad-tempered person)γκρινιάρης, γκρινιάρα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  (αργκό)μες στη μίρλα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My mother is a crank until she has her morning coffee.
 Η μητέρα μου είναι γκρινιάρα μέχρι να πιει τον πρωινό της καφέ.
crank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal, pejorative, UK (person: with odd ideas)περίεργος επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (μτφ, ενίοτε μειωτικό)παλαβός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  παλάβρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Some crank told her not to eat red food and yellow food at the same meal.
 Κάποιος περίεργος της είπε να μην τρώει κόκκινα και κίτρινα τρόφιμα στο ίδιο γεύμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crank nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, US (drug: methamphetamine) (αργκό)μεθ ουσ θηλ άκλουσιαστικό θηλυκό άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους και δεν κλίνεται, π.χ. μακιγιέζ, μπέιμπι-σίτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
 His mother was addicted to crank.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
crank out [sth],
crank [sth] out
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
figurative (produce like a machine)βγάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (ελαφρώς μειωτικό)ξεπετάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Every six months, the author cranked out another book.
crank [sth] up,
crank up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
(start by turning a handle) (κυριολεκτικά)ξεκινώ με μανιβέλα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Can you believe people once had to crank up cars before they would start?
 Μπορείς να πιστέψεις ότι οι άνθρωποι κάποτε έπρεπε να ξεκινήσουν τα αμάξια με μανιβέλα για να τα θέσουν σε λειτουργία;
crank [sth] up,
crank up [sth]
vtr phrasal sepphrasal verb, transitive, separable: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning, divisible--for example, "call off" [=cancel], "call the game off," "call off the game."
slang, figurative (intensify, increase) (αργκό,μεταφορικά)δίνω γκάζια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They will never win the match if their offense doesn't crank up the pressure a bit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crank handle nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (device: operates a mechanism)μανιβέλα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
crank pulley nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of an engine) (μηχανολογία)τροχαλία στρόφαλου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
crankshaft nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of engine)στροφαλοφόρος άξονας επίθ + ουσ αρσ
 It appears that the crankshaft is broken, so you'll have to talk to a mechanic.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'crank' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the [car's, vehicle's] crank shaft, [replace, fix, repair] the crank shaft, uses a crank start, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση crank στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'crank'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης