craned


From the verb crane: (⇒ conjugate)
craned is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (bird)γερανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Every year cranes return to build their nests in the wetlands.
 Κάθε χρόνο οι γερανοί επιστρέφουν για να χτίσουν τις φωλιές τους στους βάλτους.
crane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (apparatus for lifting)γερανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 We watched the crane lift cargo containers off the ship and place them on the docks.
 Παρακολουθούσαμε τον γερανό να σηκώνει τα κοντέινερ με φορτίο από το πλοίο και να τα τοποθετεί στις αποβάθρες.
crane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (camera platform) (βιντεοκάμερα)γερανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The crane keeps the camera focused on the actor as he runs down the road.
 Ο γερανός κρατά την κάμερα εστιασμένη στον ηθοποιό καθώς εκείνος κατεβαίνει τρέχοντας τον δρόμο.
crane [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (neck: stretch)τεντώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Daisy had to crane her neck to see the parade in the distance.
 Η Ντέιζι έπρεπε να τεντώσει τον λαιμό της για να δει την παρέλαση στο βάθος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
crane [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (move: by crane)μεταφέρω με γερανό περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They built the section elsewhere and craned it into position.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
crane forward vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." (lean forward)γέρνω προς τα εμπρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The crowd craned forward to see who was in the limousine.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
crane [sth] forward vtr + adv (neck, head: lean forward)γέρνω κτ προς τα εμπρός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Maria craned her neck forward to see out of the car window.
crane operator nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (engineer: drives a crane)χειριστής γερανού ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 I could never be a crane operator with my fear of heights.
 Δε θα μπορούσα ποτέ να γίνω χειριστής γερανού επειδή φοβάμαι τα ύψη.
crane your neck v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stretch your neck to see [sth])τεντώνω τον λαιμό μου περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 They craned their necks to try to get a glimpse of the princess.
whooper,
whooping crane
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US, informal (bird: North American crane) (πουλί: Αμερική)λευκός αμερικανικός γερανός φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
whooping crane nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wading bird with loud call) (πτηνό)γερανός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 In the mornings the marsh filled with whooping cranes calling to their mates.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: craned to [see, look, observe, scan, glance], craned her neck to [see], craned [forward, sideways], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση craned στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'craned'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης