courtyard

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɔːrtjɑːrd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkɔrtˌjɑrd/ ,USA pronunciation: respelling(kôrtyärd′, kōrt-)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
courtyard nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (outdoor space)αυλή ουσ θηλ
  (συνήθως ανεκμετάλλευτος χώρος)ακάλυπτος ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συνήθως σε σχολείο)προαύλιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (σε δημόσια κτίρια)προαύλιος χώρος επίθ + ουσ αρσ
 The house is built around a central courtyard where we will plant flowers next year.
 Το σπίτι είναι χτισμένο γύρω από μια κεντρική αυλή, όπου θα φυτέψουμε λουλούδια του χρόνου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'courtyard' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the courtyard [fountain, pond, statues], the [mansion, palace, house, property] courtyard, has [an interior, a covered, an enclosed] courtyard, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση courtyard στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'courtyard'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης