courtesan

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɔːrtɪˈzæn/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɔrtəzən/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kôrtə zən, kōr-, kûr-)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
courtesan nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (mistress of wealthy man)εταίρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (καθομιλουμένη)πόρνη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Sylvie was one of the most powerful courtesans in Paris.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση courtesan στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'courtesan'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης