Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

court shoe


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο court παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: shoe

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place where legal decisions are made) (νομικά)δικαστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε φυλάκιση δύο ετών.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people in a court of law)δικαστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The court sentenced the thief to two years in prison.
 Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε δύο χρόνια φυλάκιση.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: area marked out for play) (αθλητικά)γήπεδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is usually on the basketball court at this time of day.
 Συνήθως τέτοια ώρα είναι στο γήπεδο του μπάσκετ.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (royal residence) (παλαιό)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παλάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Queen Esther lived in the court of King Ahasuerus.
 Η Βασίλισσα Εσθέρ ζούσε στο παλάτι του Βασιλιά Ασουήρου.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (advisers of king, queen) (μτφ: σύνολο αυλικών)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The King consulted with his court, which included his most trusted advisors.
 Ο Βασιλιάς έκανε συμβούλιο με την αυλή του, η οποία περιελάμβανε τους πιο έμπιστους συμβούλους του.
court viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." dated (lovers: date)έχω δεσμό, έχω σχέση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (με κάποιον)βγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The couple courted for two years before marrying.
 Το ζευγάρι είχε δεσμό (or: έβγαινε) για δύο χρόνια πριν παντρευτεί.
court [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated (pursue [sb] romantically)φλερτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ: επίμονο φλέρτ)πολιορκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παλαιό)κορτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ζαχαρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 He courted her in the most gentlemanly manner.
 Την πολιορκούσε (or: φλέρταρε) σαν τζέντλεμαν.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (risk: danger, disaster) (μεταφορικά: ρισκάρω)φλερτάρω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πάω γυρεύοντας για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The government courted disaster by not preparing for hurricanes.
 Η κυβέρνηση φλέρταρε με την καταστροφή, καθώς δεν είχε λάβει μέτρα προστασίας ενάντια στους τυφώνες.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (try to achieve [sth])επιζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κυνηγάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιδιώκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She courted fame by trying to act.
 Με τις προσπάθειές της να γίνει ηθοποιός, επιζητούσε (or: κυνηγούσε) τη δημοσιότητα.
 Επεδίωκε να γίνει διάσημη προσπαθώντας να γίνει ηθοποιός.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (courtyard)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (με λουλούδια, δέντρα)κήπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The hotel has an impressive front court.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (amorous advances)φλερτ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (παλαιό)κόρτε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κορτάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She appreciated his gentlemanly court, but still did not love him.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (seek: favour)καλοπιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government courted the favour of religious groups.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
court shoes nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (women's footwear)γόβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γοβάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση court shoe στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'court shoe'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης