court

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kɔːt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kɔrt/ ,USA pronunciation: respelling(kôrt, kōrt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place where legal decisions are made) (νομικά)δικαστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε φυλάκιση δύο ετών.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (people in a court of law)δικαστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The court sentenced the thief to two years in prison.
 Το δικαστήριο καταδίκασε τον κλέφτη σε δύο χρόνια φυλάκιση.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: area marked out for play) (αθλητικά)γήπεδο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 He is usually on the basketball court at this time of day.
 Συνήθως τέτοια ώρα είναι στο γήπεδο του μπάσκετ.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (royal residence) (παλαιό)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  παλάτι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Queen Esther lived in the court of King Ahasuerus.
 Η Βασίλισσα Εσθέρ ζούσε στο παλάτι του Βασιλιά Ασουήρου.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. historical (advisers of king, queen) (μτφ: σύνολο αυλικών)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The King consulted with his court, which included his most trusted advisors.
 Ο Βασιλιάς έκανε συμβούλιο με την αυλή του, η οποία περιελάμβανε τους πιο έμπιστους συμβούλους του.
court viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." dated (lovers: date)έχω δεσμό, έχω σχέση ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  (με κάποιον)βγαίνω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The couple courted for two years before marrying.
 Το ζευγάρι είχε δεσμό (or: έβγαινε) για δύο χρόνια πριν παντρευτεί.
court [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." dated (pursue [sb] romantically)φλερτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μτφ: επίμονο φλέρτ)πολιορκώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (παλαιό)κορτάρω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)ζαχαρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 He courted her in the most gentlemanly manner.
 Την πολιορκούσε (or: φλέρταρε) σαν τζέντλεμαν.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (risk: danger, disaster) (μεταφορικά: ρισκάρω)φλερτάρω με κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πάω γυρεύοντας για κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The government courted disaster by not preparing for hurricanes.
 Η κυβέρνηση φλέρταρε με την καταστροφή, καθώς δεν είχε λάβει μέτρα προστασίας ενάντια στους τυφώνες.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (try to achieve [sth])επιζητώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (μεταφορικά)κυνηγάω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  επιδιώκω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She courted fame by trying to act.
 Με τις προσπάθειές της να γίνει ηθοποιός, επιζητούσε (or: κυνηγούσε) τη δημοσιότητα.
 Επεδίωκε να γίνει διάσημη προσπαθώντας να γίνει ηθοποιός.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (courtyard)αυλή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (με λουλούδια, δέντρα)κήπος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The hotel has an impressive front court.
court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. archaic (amorous advances)φλερτ ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  (παλαιό)κόρτε ουσ ουδ άκλουσιαστικό ουδέτερο άκλιτο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και δεν κλίνεται, π.χ. σάντουιτς, κομπιούτερ κλπ. Συχνά είναι ξενικής προέλευσης.
  κορτάρισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She appreciated his gentlemanly court, but still did not love him.
court [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (seek: favour)καλοπιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The government courted the favour of religious groups.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
appellate court (US),
appeal court (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: court of appeal)εφετείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The appellate court refused to overturn Marion's murder conviction.
basketball court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (area marked for basketball)γήπεδο καλαθοσφαίρισης, γήπεδο μπάσκετ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: μπάσκετ: ξενικό, άκλιτο
 Some of the players were warming up on the basketball court.
be taken to court v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be prosecuted)παραπέμπομαι σε δίκη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  οδηγούμαι σε δίκη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (καθομιλουμένη)με πάνε στα δικαστήρια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  διώκομαι ποινικά ρ αμ + επίρ
 I'm being taken to court by my next-door neighbor.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν παραβείς τον νόμο, θα παραπεμφθείς σε δίκη.
 Ο γείτονάς μου με πάει στα δικαστήρια.
before the court advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in front of a tribunal)στο δικαστήριο επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός
 I'm going to testify before the court on Wednesday.
chancery nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (court of equity)δικαστήριο εθιμικού δικαίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
circuit court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (court: several locations)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
city court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (civil court, local court)πολιτικό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
civil court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (city court, non-criminal court)πολιτικό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
 A civil court deals with non-criminal matters, such as eviction proceedings, anti-social behaviour orders (ASBOs), debt hearings and family proceedings.
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis: red-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 He never plays as well on a clay court as on grass.
clay court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (tennis: green-clay surface)χωμάτινο γήπεδο τένις έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
contempt of court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (disruption of legal proceedings)καταφρόνηση δικαστικής αρχής, καταφρόνηση δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  ασέβεια προς το δικαστήριο, προσβολή του δικαστηρίου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 The judge threatened them with contempt of court charges unless they behaved themselves.
county court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: low court in some states)περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  πρωτοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
county court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (law: civil court)περιφερειακό δικαστήριο, τοπικό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  πρωτοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
court case nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trial, legal proceeding)δίκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 In the US court cases are heard either by a judge or a jury.
court clerk nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (record-keeper of a law court) (νομική: σε δικαστήριο)γραμματέας έδρας φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
 When you file a petition with the court, the court clerk stamps it.
court costs nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (expenses incurred by a court case)δικαστικά έξοδα επίθ + ουσ ουδ πλ
 We didn't sue him because we didn't have enough money for the court costs.
Court of Appeal nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (reviews decisions of an inferior court)εφετείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mrs. Drummond took the case to the Court of Appeal.
court of law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place: tribunal)δικαστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 That argument would not be acceptable in a court of law.
court of law nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (proceedings: trial)δίκη ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
court of record nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law: type of tribunal)μη διαθέσιμη μετάφραση β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
 The Circuit Court serves as the court of record for the county.
court order nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (legal instruction or ruling)δικαστική εντολή, δικαστική απόφαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 He has to pay child support by court order.
court reporter nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (stenographer in a lawcourt)στενογράφος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The court reporter prepared the transcript of the hearing.
court shoe nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (women's footwear)γόβα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γοβάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
court usher nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (shows people into courtroom) (σε δικαστήριο, υπάλληλος)κλητήρας συνεδριάσεως φρ ως ουσ αρσ/θηλφράση ως ουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. πολιτικός μηχανικός, Διευθύνων Σύμβουλος κλπ.
court-appointed lawyer nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lawyer assigned to a defendant)δικηγόρος υπεράσπισης ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She fired her court-appointed lawyer and hired a private firm.
court-martial,
UK: court martial
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
US (military trial)στρατοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Following his court-martial, the major was given a dishonourable discharge.
 Μετά το στρατοδικείο από το οποίο πέρασε, ο ταγματάρχης πήρε επαίσχυντη απαλλαγή.
court-martial [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (try in a military court)δικάζω σε στρατοδικείο ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The sergeant-major was court-martialled following the incident.
criminal court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (court for criminal cases)ποινικό δικστήριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The alleged murderer will be held without bail until he is tried in criminal court.
district court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (intermediate, state court)επαρχιακό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  πρωτοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία λόγω διαφορών στο νομικό σύστημα.
 The district court deals with the most common violations of law.
face card,
also UK: court card
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(playing cards: king, queen or jack)φιγούρα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The king, queen and jack are called face cards.
family court,
also US: court of domestic relations,
domestic-relations court
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law)οικογενειακό δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
  δικαστήριο οικογενειακών υποθέσεων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
food court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (dining area)χώρος φαγητού φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  χώρος εστίασης φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
grass court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (tennis: grass-covered playing surface) (για τένις)γήπεδο με χόρτο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 In contrast to the other Grand Slam tournaments, Wimbledon is played on grass courts.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (law: High Court of Justice) (στην Αγγλία, Ουαλία)Πρωτοδικείο ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Aus (law: highest court of appeal) (στην Αυστραλία)Ανώτατο Δικαστήριο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει υποθέσεις όλων των ειδών.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. NZ (law: lower than Court of Appeal) (στη Νέα Ζηλανδία)Ανώτατο Δικαστήριο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει υποθέσεις όλων των ειδών.
High Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. Scotland (law: High Court of Justiciary) (στη Σκωτία)Πλημμελειοδικείο ουσ ουδ κύρκύριο ουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. Ναύπλιο, Έβερεστ κλπ.
Σχόλιο: Εκδικάζει ποινικές υποθέσεις.
high court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often capitalized (law: country's highest court)Άρειος Πάγος έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ανώτατο δικαστήριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 We disagree with the judge's verdict and will appeal to the High Court.
hold court v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (receive much attention)είμαι στο επίκεντρο της προσοχής περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
hold [sb] in contempt of court v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (legal accusation)κατηγορώ κπ για ασέβεια προς το δικαστήριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατηγορώ κπ για προσβολή του δικαστηρίου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  κατηγορώ κπ για αντίσταση κατά του δικαστηρίου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
in court exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in a court of law)στο δικαστήριο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The defendant will appear in court tomorrow.
in open court exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (in a courtroom open to the public)σε δημόσια συνεδρίαση δικαστηρίου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
juvenile court (US),
youth court (UK)
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(law: for minors)δικαστήριο ανηλίκων φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
kangaroo court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (unfair or improperly-conducted trial)παρωδία δίκης έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 They set up a kangaroo court to try the dissident; everyone knew what the outcome would be.
leet,
court-leet
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
historical (manorial court)είδος ιστορικού δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
night court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law court that holds sessions at night)δικαστήριο που συνεδριάζει τη νύχτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Orphan's Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (law court dealing with wills)δικαστήριο για θέματα που αφορούν σε διαθήκες περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
out-of-court adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (without legal ruling)εξωδικαστικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μη δικαστικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
out of court advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (without legal ruling)εξωδικαστικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  μη δικαστικά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
small claims court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (hears claims for small sums)Ειρηνοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
squash court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (place for playing ball game)γήπεδο σκουός φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Tony booked a squash court for 4 o'clock.
superior court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: high court)Άρειος Πάγος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
the Supreme Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (law: highest federal court)Ανώτατο Δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
 Has the Supreme Court ruled on that issue?
the Supreme Court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (law: highest state court)Ανώτατο Δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
tennis court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sports: ground marked out for tennis)γήπεδο του τένις ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The tennis courts at Wimbledon are grass, unlike most others.
 Τα γήπεδα του τένις στο Γουίμπλεντον έχουν γρασίδι σε αντίθεση με τα περισσότερα άλλα.
traffic court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (court that handles traffic violations)δικαστήριο τροχαίων παραβάσεων ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 When she hit a street sign with her car, she had to go to traffic court.
trial court (law)πρωτοδικείο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  πρωτοβάθμιο δικαστήριο επίθ + ουσ ουδ
ward of court nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person in care of a guardian)που βρίσκεται υπό δικαστική συμπαράσταση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'court' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: courted her with [poems, songs, flowers], a [circuit, appeal, federal, municipal] court, on your court date, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση court στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'court'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης