course

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɔːrs/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kɔrs/ ,USA pronunciation: respelling(kôrs, kōrs)

Inflections of 'course' (v): (⇒ conjugate)
courses
v 3rd person singular
coursing
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
coursed
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
coursed
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (direction of travel)πορεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πλοίο)ρότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The captain changed the ship's course.
 Ο καπετάνιος άλλαξε την πορεία του πλοίου.
 Ο καπετάνιος άλλαξε τη ρότα του πλοίου.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (flow, path)ροή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (αρχαϊκό, επίσημο)ρους ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The river's course was straight.
 Η ροή του ποταμού ήταν ευθεία.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θέλουν να αλλάξουν τον ρου του ποταμού.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (trajectory)τροχιά, πορεία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 She traced the arrow's course through the air.
 Εντόπισε την τροχιά (or: πορεία) του βέλους στον αέρα.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (progress)πορεία, πρόοδος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 We're pleased with the course of this business.
 Είμαστε ικανοποιημένοι με την πρόοδο της επιχείρησης αυτής.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (programme of study)μάθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (συνήθως για ενήλικες)σεμινάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Mr. Adams is teaching the course.
 Ο κ. Άνταμς διδάσκει το μάθημα.
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of a meal) (μεταφορικά)πιάτο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Are you ready for the main course?
 Είστε έτοιμοι για το κυρίως πιάτο;
course,
course of action
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
figurative (path of action) (μεταφορικά)πορεία, ρότα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)δρόμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (μτφ, λόγιος)οδός ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 It's hard to know which course to take in life.
 Είναι δύσκολο να γνωρίζεις ποια πορεία να ακολουθήσεις στη ζωή.
 Είναι δύσκολο να γνωρίζεις ποιον δρόμο να πάρεις στη ζωή.
course through [sth],
course in [sth]
vi + prep
(water, blood: move quickly) (μέσα από κτ, μέσα σε κτ)κυλάω γρήγορα, κυλώ γρήγορα, ρέω γρήγορα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  τρέχω γρήγορα ρ μ + επίρ
 The water coursed through the canals. Terrified, Neil could feel the blood coursing in his veins.
 Το νερό κύλησε γρήγορα μέσα στα κανάλια. Τρομοκρατημένος, ο Νηλ ένιωθε το αίμα να κυλάει γρήγορα στις φλέβες του.
course down [sth] vi + prep (liquids: flow down)κυλάω, κυλώ ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  ρέω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  τρέχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 Tears were coursing down the cheeks of the mourners as they stood at the graveside. The waterfall coursed down the rocks into the pool below.
 Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα των πενθούντων καθώς στέκονταν δίπλα στον τάφο. Ο καταρράκτης έτρεχε πάνω στα βράχια και μέσα στη λίμνη που βρίσκονταν από κάτω.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wall: one layer of bricks)στρώση από τούβλα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
course,
course [sth]
vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat."
(traverse)διασχίζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 He coursed the wide plains, thinking of home.
course [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (chase, hunt)κυνηγάω, κυνηγώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 The hunters coursed the hare with their dogs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as a matter of course exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (as part of normal routine)αυτονόητα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
  αυτομάτως, αυτόματα επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
assault course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (military obstacle course) (για στρατιώτες)πεδίο εκγύμνασης με εμπόδια φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
bridging course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. UK (studies: prep for higher level)προπαρασκευαστικό μάθημα επίθ + ουσ ουδ
But of course interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (expressing polite consent)Φυσικά επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Μα και βέβαια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 But of course, you're right!
change course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (alter one's direction)αλλάζω δρόμο, αλλάζω πορεία, αλλάζω κατεύθυνση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The ship changed course and headed for Durban.
chart a course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (plot a route) (κυριολεκτικά)παρακολουθώ διαδρομή στο χάρτη έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The ship's captain asked the navigator to chart a course to shore.
chart a course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (plan [sth](μεταφορικά)σχεδιάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
course book,
coursebook
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(textbook used for study)μαθητικό βιβλίο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The recommended course book for this semester is available at all good book shops.
course material nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural ([sth] studied in class)υλικό διδασκαλίας, υλικό μαθήματος φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  εκπαιδευτικό υλικό επίθ + ουσ ουδ
course of action nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (procedure)διαδικασία,σειρά ενεργειών ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The course of action chosen by her doctor was successful.
course of study nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (learning programme)ακαδημαΐκό πρόγραμμα σπουδών ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
course of study nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. US (subject: major)τομέας σπουδών φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
 I chose Classics as my course of study.
course of treatment nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (therapy to cure [sth])θεραπευτική αγωγή επίθ + ουσ θηλ
crash course (intensive course)ταχύρρυθμο μάθημα επίθ + ουσ ουδ
degree course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (course of study that leads to a degree)μάθημα πτυχίου φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
  μάθημα που οδηγεί σε πτυχίο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
first course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (of a meal) (γεύμα)πρώτο πιάτο επίθ + ουσ ουδ
 We had prawns in sauce as a first course at dinner.
go off course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (stray from intended direction)βγαίνω εκτός πορείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
go off course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (go awry, not progress correctly) (μεταφορικά)βγαίνω εκτός πορείας έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βγαίνω εκτός έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  ξεφεύγω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
golf course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (terrain on which golf is played)γήπεδο γκολφ ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
Σχόλιο: γκολφ: ξενικό, άκλιτο
 Most golf courses have 18 holes.
in due course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in normal run of events)όταν έρθει η ώρα φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 You'll receive your promotion in due course: first you have to prove yourself.
 Θα πάρεις προαγωγή όταν έρθει η ώρα, πρώτα πρέπει ν' αποδείξεις την αξία σου.
in due course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (after expected time)εν ευθέτω χρόνω φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 The effects of the drug will wear off in due course.
 Η επίδραση του φαρμάκου θα μειωθεί εν ευθέτω χρόνο.
in the course of [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (during a process) (με γενική)κατά τη διάρκεια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: Συνοδεύεται από γενική: κατά τη διάρκεια του συνεδρίου
in the course of [sth] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (during a period of time) (με γενική)κατά τη διάρκεια φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
Σχόλιο: Συνοδεύεται από γενική: κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού
in the course of time advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (eventually)με την πάροδο του χρόνου φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  (καθομιλουμένη)με τον καιρό φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 You'll forget him in the course of time.
main course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (main dish of a meal)κύριο πιάτο, κυρίως πιάτο φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 For a main course, I like to choose something I wouldn't usually cook at home. After the appetizers, we will serve the main course and then dessert.
 Ως κύριο πιάτο μου αρέσει να διαλέγω κάτι που δεν θα μαγείρευα συνήθως στο σπίτι. Μετά τα ορεκτικά θα σερβίρουμε το κυρίως πιάτο κι έπειτα το επιδόρπιο.
obstacle course,
trim trail
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(physical training area)στίβος με εμπόδια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
obstacle course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (situation with challenges) (μεταφορικά)εμπόδιο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
of course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (naturally, as might be expected)φυσικά επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Of course, I will need to know where you are going.
 Φυσικά και θα πρέπει να ξέρω που πηγαίνεις.
of course interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (yes, certainly)φυσικά, βεβαίως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 Of course, you can go out for dinner!
 Φυσικά και μπορείς να βγεις για δείπνο!
Of course not interjinterjection: Exclamation--for example, "Oh no!" "Wow!" (emphatic: certainly not) (εμφατικός τύπος)Και βέβαια όχι!, Φυσικά όχι!, Σίγουρα όχι! επιφεπιφώνημα: Φανερώνει έντονο συναίσθημα όπως π.χ. έκπληξη, ενθουσιασμό, απογοήτευση, πόνο κλπ.
  Εννοείται πως όχι! επίφ
  Αποκλείεται! επίφ
  Όχι βέβαια! επίφ
 "Would you kiss a frog?" he asked. "Of course not!" she replied.
off course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the wrong direction)σε λάθος κατεύθυνση φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
  εκτός πορείας φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 By this time, we'd been sailing off course for several days.
off course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (not progressing correctly) (καθομ: χρονοδιάγραμμα, πλάνο)ξεφεύγω από ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (πρόγραμμα, στόχους)παρεκκλίνω από ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
on a collision course exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (military: about to collide) (κυριολεκτικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The two ships were on a collision course, and collided.
on a collision course with [sb] exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (disagreeing, clashing) (μεταφορικά)σε πορεία σύγκρουσης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 His refusal to even listen to other points of view set him on a collision course with nearly everyone he met.
on course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (in the right direction)προς τη σωστή κατεύθυνση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
on course advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." figurative (progressing correctly) (μεταφορικά)προς τη σωστή κατεύθυνση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
orientation course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (induction into [sth])εισαγωγικό μάθημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 On the day he started work, he took an orientation course.
over the course of preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (during, throughout)μέσα σε φρ ως επίρφράση ως επίρρημα ή επιρρηματικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. διηγούμαι εν τάχει, περιγράφω με λίγα λόγιακλπ.
 We spend a huge amount on the car over the course of a year.
 Ξοδέψαμε ένα υπέρογκο ποσό για το αμάξι μέσα σε ένα χρόνο.
par for the course exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." figurative (what is expected)αναμενόμενος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
pervert the course of justice v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (influence outcome of a trial)διαστρευλώνω τη διαδικασία απονομής δικαιοσύνης περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Her lies perverted the course of justice in the case.
refresher course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (lessons to review [sth] learnt)επανεκπαίδευση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (πιο απλά)επαναληπτικά μαθήματα επίθ + ουσ ουδ πλ
 All the cabin attendants are required to go on a customer service refresher course.
regular course of business nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (customary)συνήθεις συνθήκες δραστηριότητας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
run its course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (disease, etc.: continue to natural end)κάνω τον κύκλο μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
second course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (second part of meal) (γεύμα)δεύτερο πιάτο επίθ + ουσ ουδ
stay on course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (keep going in the right direction)παραμένω στην πορεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  δεν παρεκκλίνω της πορείας μου έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
stay on course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative (not go awry) (μεταφορικά)μένω στον σωστό δρόμο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
stay the course v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." figurative, informal (pursue [sth] to the end) (μεταφορικά)συνεχίζω την πορεία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (μεταφορικά)ακολουθώ μέχρι τέλους έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
take a course,
take a course in [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(attend classes, study)παρακολουθώ μαθήματα ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 I once took a course in physics - I couldn't understand a word of it!
three-course n as adjnoun as adjective: Describes another noun--for example, "boat race," "dogfood." (meal: in three parts) (γεύμα)με τρία πιάτα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  τριών πιάτων φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
throughout the course of preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (all the way through)κατά τη διάρκεια του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  καθ' όλη τη διάρκεια του περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Throughout the course of the day, the heat from the sun grew more intense.
training course nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (practical programme of study)εκπαιδευτικό πρόγραμμα, εκπαιδευτικό σεμινάριο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Dr.Watkins had to go on a training course to learn about the new drugs.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'course' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [anger, excitement, fury, passion, pleasure, fear] coursed through her , a [college, high school, professional, university] course, read the course [description, syllabus], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση course στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'course'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης