coughing

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒfɪŋ/

Σε αυτή τη σελίδα: coughing, cough

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
coughing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (act of coughing)βήχας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  βήξιμο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Your coughing's keeping me awake at night.
 Ο βήχας σου με κρατάει ξύπνιο όλη νύχτα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cough nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sound of coughing)βήχας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The boys heard a cough from under the bed and found Nick hiding there.
 Τα αγόρια άκουσαν έναν βήχα κάτω απ' το κρεβάτι και βρήκαν τον Νικ να κρύβεται εκεί.
cough nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sickness)βήχας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The baby girl has a cough, so her parents are taking her to the doctor.
 Η μπέμπα έχει βήχα, οπότε οι γονείς της την πάνε στον γιατρό.
cough viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (expel air)βήχω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The thick smoke made Teresa cough.
 Ο πυκνός καπνός έκανε την Τερέσα να βήχει.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cough viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." figurative (engine: make faltering noise)κάνω έναν περίεργο θόρυβο περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The car's motor coughed twice and then stopped working.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
coughing | cough
ΑγγλικάΕλληνικά
coughing fit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sudden attack of coughing)κρίση βήχα φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'coughing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση coughing στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'coughing'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης