couch

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkaʊtʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kaʊtʃ/ ,USA pronunciation: respelling(kouch or, for 6, 15, ko̅o̅ch)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
couch nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (long upholstered seat)καναπές ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
  (παλαιό)ντιβάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 Come sit next to me on the couch.
 Έλα κάτσε δίπλα μου στον καναπέ.
couch,
the couch
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(psychoanalyst's bed)ντιβάνι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The patient was directed to lie on the couch, while the analyst sat and wrote notes.
 Ο ασθενής οδηγήθηκε να ξαπλώσει στο ντιβάνι, ενόσω ο ψυχαναλυτής κάθονταν και κρατούσε σημειώσεις.
couch [sth] in [sth] vtr + prep (phrase in certain way)διατυπώνω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
  (μεταφορικά: παραπλανώ)ντύνω κτ με κτ, καμουφλάρω κτ με κτ ρ μ + πρόθ
 I couched my proposal in flattering terms.
 Διατύπωσα την προσφορά μου με κολακευτικούς όρους.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
couch viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." archaic (lie in ambush)παραμονεύω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 He couched there until daybreak, when the attack began.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
couch potato nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang, figurative (sedentary person)που είναι κολλημένος στον καναπέ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 You're becoming a couch potato. You should get some exercise!
 Έχεις κολλήσει στην καναπέ. Πρέπει να κάνεις λίγη γυμναστική!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'couch' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: couched their [response, speech, protest] in, [an overstuffed, a leather] couch, a couch cushion, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση couch στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'couch'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης