cop

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kɑp/ ,USA pronunciation: respelling(kop)


Inflections of 'cop' (v): (⇒ conjugate)
cops
v 3rd person singular
copping
v pres pverb, present participle: -ing verb used descriptively or to form progressive verb--for example, "a singing bird," "It is singing."
copped
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
copped
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (police officer) (ανεπ, ενίοτε μειωτικό)μπάτσος, μπατσίνα ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
  αστυνομικός, αστυνόμος ουσ αρσ/θηλουσιαστικό αρσενικό/θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού ή θηλυκού γένους, π.χ. ο/η μηχανικός, ο/η δικηγόρος κλπ.
  (ανεπίσημο)αστυνομικίνα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The cop asked me to step out of my car.
 Ο μπάτσος μου ζήτησε να βγω από το αυτοκίνητό μου.
the cops nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." slang (police force) (ανεπ, ενίοτε μειωτικό)οι μπάτσοι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
  η αστυνομία άρθ ορ + ουσ θηλ
 When the thief started to run, the shopkeeper yelled, "Call the cops!"
 Όταν ο κλέφτης άρχισε να τρέχει, ο μαγαζάτορας φώναξε, «Φωνάξτε την αστυνομία!»
cop [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (buy: drugs)παίρνω, αγοράζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Jack went into the alley to cop some cocaine.
 Ο Τζακ πήγε στο δρομάκι για να αγοράσει λίγη κοκαΐνη.
cop [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." UK, slang (receive) (ανεπίσημο, μεταφορικά)τρώω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 John copped a warning from the referee for losing his temper during the match.
 Ο Τζιβ πήρε μια προειδοποίηση από τον διαιτητή επειδή έχασε την ψυχραιμία του κατά τη διάρκεια του αγώνα.
cop [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." US, slang (steal) (καθομ, μεταφορικά)βουτάω, σουφρώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Brian copped a slice of pizza while no one was looking.
 Ο Μπράιαν βούτηξε ένα κομμάτι πίτσα όταν δεν έβλεπε κανείς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cop off with [sb] vi phrasal + prep UK, slang (have sex with) (καθομ, μτφ: με κάποιον)το κάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  (αργκό)κάνω σεχ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
cop on vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." UK, slang (realise) (καθομιλουμένη, μτφ)τα πιάνω, το πιάνω έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  παίρνω χαμπάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χαμπαριάζω ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
cop on to [sth],
cop onto [sth]
vi phrasal + prep
UK, slang (fact, idea: realise, grasp) (καθομιλουμένη, μτφ)πιάνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  παίρνω χαμπάρι έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  χαμπαριάζω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 She didn't cop on to the fact that the girl he was describing was her sister.
cop out vi phrasalphrasal verb, intransitive: Verb with adverb(s) or preposition(s), having special meaning and not taking direct object--for example, "make up" [=reconcile]: "After they fought, they made up." slang (avoid responsibility) (αργκό)την κάνω λαμόγιο έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cop-out nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (excuse) (καθομιλουμένη)ψευτοδικαιολογία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πρόφαση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  πρόσχημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  (λαϊκό: λογοτεχνία, σπάνιο, υπεκφυγή)κατσαμάκι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 She isn't ill – that's just a cop-out so she doesn't have to go to school.
 Δεν είναι άρρωστη. Απλώς, χρησιμοποιεί μια ψευτοδικαιολογία, για να μην πάει στο σχολείο.
 Δεν είναι άρρωστη. Είναι απλώς πρόφαση (or: πρόσχημα), για να μην πάει στο σχολείο.
 This sentence is not a translation of the original sentence. Με διάφορα κατσαμάκια, απέφευγε να δεσμευτεί για την ημερομηνία του γάμου.
good cop/bad cop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. informal (police questioning technique)τεχνική του καλού και του κακού μπάτσου φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
have no cop on v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." Irish, informal (lack common sense) (καθομιλουμένη, μτφ)δεν μου κόβει έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
traffic cop nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. slang (police officer in charge of roads)τροχονόμος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 She was going too fast so the traffic cop pulled her over.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Συμφράσεις: informal: [at, in] the cop station, informal: the cop car [crashed, gave chase], informal: brought him into the cop shop, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση cop στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'cop'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης