convoluted

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnvəluːtɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkɑnvəˌlutɪd/ ,USA pronunciation: respelling(konvə lo̅o̅′tid)

From the verb convolute: (⇒ conjugate)
convoluted is: Click the infinitive to see all available inflections
v pastverb, past simple: Past tense--for example, "He saw the man." "She laughed."
v past pverb, past participle: Verb form used descriptively or to form verbs--for example, "the locked door," "The door has been locked."
Σε αυτή τη σελίδα: convoluted, convolute

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
convoluted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (complicated)πολύπλοκος, περίπλοκος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  μπερδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 Your argument's too convoluted for others to follow.
 Το επιχείρημά σου είναι υπερβολικά πολύπλοκο (or: περίπλοκο) για να το καταλάβουν οι άλλοι.
convoluted adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (twisted)ελικοειδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συνεστραμμένος, συνελιγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  (καθομιλουμένη: αρνητική έννοια)μπλεγμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
  μπερδεμένος μτχ πρκμετοχή παρακειμένου: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. χαμένος, χαμένη, χαμένο κλπ.
 The wood's convoluted grain makes it attractive for furniture.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
convolute [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (twist, coil, or roll)τυλίγω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
convolute adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (botany: rolled)ελικοειδής επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'convoluted' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση convoluted στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'convoluted'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης