contact

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒntækt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˈkɑntækt/ ,USA pronunciation: respelling(kontakt)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (touch)επαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Contact with wet paint can ruin your clothes.
 Η επαφή με βρεγμένη μπογιά θα χαλάσει τα ρούχα σου.
contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (social interaction)επαφή, επικοινωνία, σχέση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Does he have any contact with the Mexican community?
 Έχει καμία επαφή με την μεξικανική κοινότητα;
contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (communications)επαφή, επικοινωνία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Yes, we were friends, but we have lost contact in the last few years.
 Ναι, ήμασταν φίλοι, αλλά έχουμε χάσει επαφή τα τελευταία χρόνια.
contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. often plural ([sb] known)επαφή, γνωριμία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  γνωστός επίθ ως ουσουσιαστικοποιημένο επίθετο: Επίθετο που χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, π.χ. κάνε το καλό και ρίξτο στον γυαλό, οι πλούσιοι, κλπ.
  (καθομ: ενίοτε αρνητικό)μέσον, μέσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  βύσμα, δόντι ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 I have a contact in that company if you need any help.
 Έχω μια επαφή (or: γνωριμία) σε εκείνη την εταιρία, αν χρειαστείς βοήθεια.
 Έχω έναν γνωστό σε εκείνη την εταιρία, αν χρειαστείς βοήθεια.
 Έχω μέσον σε εκείνη την εταιρία, αν χρειαστείς βοήθεια.
contacts nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." informal, abbreviation (contact lenses)φακοί επαφής φρ ως ουσ αρσ πλ
  (καθομιλουμένη)φακοί ουσ αρσ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. οι Ολυμπιακοί (αγώνες), είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Bree has striking eyes, but the truth is that she wears green contacts.
 Η Μπρη έχει εντυπωσιακά μάτια, η αλήθεια είναι όμως πως φοράει πράσινους φακούς επαφής.
contact [sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (get in touch with) (με κάποιον)επικοινωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (σε κάποιον)απευθύνομαι ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (με κάποιον)έρχομαι σε επαφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You should contact your doctor if you get a high fever.
 Αν κάνεις υψηλό πυρετό θα πρέπει να επικοινωνήσεις με τον γιατρό σου.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
contact adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (requiring contact for effect) (σε γενική)επαφής ουσ ως επίθουσιαστικό σε θέση επιθέτου: Ουσιαστικό που χρησιμοποιείται ως επίθετο, π.χ. είμαι χώμα από την κούραση κλπ.
 Contact paper is sticky on both sides.
contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (part of electrical circuit)επαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 The electrical contacts must touch to complete the circuit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
be in contact v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (be communicating)μιλάω με κπ ρ αμ + πρόθ
  έχω επαφή με κπ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  επικοινωνώ με κπ ρ αμ + πρόθ
 Do you know how Steve's doing these days? Are you two still in contact?
be in contact with [sb/sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (communicate with)συνδέομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
  έχω σχέση με κπ/κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 The man suspected of the bombing attack had been in contact with a foreign terrorist organization.
be in contact with [sth] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (touch)έρχομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  βρίσκομαι σε επαφή με κτ έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 I develop a rash if my skin is in contact with nickel for too long.
come in contact with [sth],
come into contact with [sth]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(be exposed to: [sth] harmful)εκτίθεμαι σε κάτι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 I phoned the doctor as soon as I found out I had come in contact with someone who had Swine Flu.
 Τηλεφώνησα στη γιατρό μόλις ανακάλυψα ότι είχα εκτεθεί στον ιό της γρίπης των χοίρων μετά από την επαφή μου με κάποιον που είχε προσβληθεί από αυτή.
come in contact with [sb],
come into contact with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(meet: [sb])γνωρίζω, συναντώ κάποιον ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
contact dermatitis nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (allergic skin condition)δερματίτιδα εξ επαφής φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 Poison ivy, poison oak and sumac can all cause contact dermatitis.
contact details nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (name and address, etc.)στοιχεία επικοινωνίας ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 Please include all your contact details on your cover letter.
contact information nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (name, address, etc.)στοιχεία επικοινωνίας ουσ ουδ πλουσιαστικό αρσενικό πληθυντικός: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους και είτε χρησιμοποιείται μόνο στον πληθυντικό, π.χ. τα κάλαντα, είτε αναφέρεται στον πληθυντικό για την ορθή απόδοση του μεταφραζόμενου όρου.
 I gave my contact information when I left a message with the secretary.
 Έδωσα τα στοιχεία επικοινωνίας μου όταν άφησα το μήνυμά μου στη γραμματεία.
contact lens,
lens
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
usually plural (corrective lenses worn in the eyes) (συχνά πληθυντικός)φακός επαφής φρ ως ουσ αρσφράση ως ουσιαστικό αρσενικό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους, π.χ. φακός επαφής, καθηγητής φυσικής αγωγήςκλπ.
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)φακός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Marc is wearing glasses today because he lost a contact lens.
contact name nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (name of [sb] to be contacted)άτομο με το οποίο γίνεται η επικοινωνία β' συνθετικό: Βρίσκεται στην τέλος μια λέξης και σε οριμένες περιπτώσης φανερώνει το νόημα αυτής, π.χ. υψηλόβαθμος, χαμηλόβαθμοςκλπ.
contact number nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (phone number at which [sb] can be reached)τηλέφωνο επικοινωνίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Please leave your contact number so that we can contact you as soon as possible.
contact sport nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sport: with physical contact)άθλημα επαφής φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Rugby and football are high-contact sports.
eye contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (looking into [sb]'s eyes)οπτική επαφή επίθ + ουσ θηλ
 Eye contact is important when communicating with others.
 Η οπτική επαφή είναι σημαντική στην επικοινωνία με τους άλλους.
get in contact with vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (get in touch with)έρχομαι σε επαφή με έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 You can get in contact with us at the address above.
in contact with preppreposition: Relates noun or pronoun to another element of sentence--for example, "a picture of John," "She walked from my house to yours." (corresponding or communicating with)σε επικοινωνία έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 Have you been in contact with your lawyer recently?
keep in contact,
stay in contact
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(stay in touch)κρατάω επαφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 My uncle and I stayed in contact after he moved to Australia.
keep in contact with [sb],
stay in contact with [sb]
v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end."
(stay in touch with [sb])κρατάω επαφή, κρατώ επαφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (με κάποιον)επικοινωνώ ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 New technologies make it easy to keep in contact with your customers. I'm sorry you have to leave but please keep in contact.
make contact with [sb] v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (contact, communicate with)έρχομαι σε επαφή με κπ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 Perhaps one day aliens will make contact with the Earth.
make eye contact v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (look directly into [sb]'s eyes)κοιτάω στα μάτια έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
  έχω βλεμματική επαφή έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 People who are lying often avoid making eye contact.
physical contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (touch)φυσική επαφή, σωματική επαφή ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 A person with telekinetic powers can move an object without ever making physical contact with it.
point of contact nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person, department)αρμόδιος για επικοινωνία περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
stay in contact v exprverbal expression: Phrase with special meaning functioning as verb--for example, "put their heads together," "come to an end." (keep in touch, maintain correspondence)κρατάω επαφή, διατηρώ επαφή περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μένω σε επαφή, παραμένω σε επαφή ρ έκφρρηματική έκφραση: Συνδυασμός βοηθητικού ρήματος και ουσιαστικού, επιθέτου ή μετοχής, π.χ. γίνομαι γιατρός, είμαι ψηλός, είμαι κουρασμένος κλπ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'contact' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: contact [customer service, the help desk], [a good, an important] contact, contact [sport, football], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση contact στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'contact'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης