conservation

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌkɒnsərˈveɪʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/ˌkɑnsɚˈveɪʃən/ ,USA pronunciation: respelling(kon′sər vāshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (saving)διατήρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Conservation of energy is a major theme of the conference.
conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (wildlife, etc: protection) (οικολογική)προστασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  διατήρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Rural residents are divided on the issue of wildlife conservation.
 Το ζήτημα της προστασίας της άγριας ζωής έχει διχάσει τους κατοίκους των αγροτικών περιοχών.
conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (art: restoration)συντήρηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Conservation of the mural will cost thousands.
 Η συντήρηση της τοιχογραφίας θα κοστίσει αρκετές χιλιάδες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
conservation of energy,
law of conservation of energy
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(physics: energy remains constant) (φυσική)αρχή διατήρησης της ενέργειας φρ ως ουσ θηλφράση ως ουσιαστικό θηλυκό: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους, π.χ. καθηγήτρια φυσικής αγωγής, διευθύντρια γυμνασίου κλπ.
 According to the law of the conservation of energy, energy cannot be destroyed, only transmuted.
 Σύμφωνα με την αρχή διατήρησης της ενέργειας, η ενέργεια δεν εξαφανίζεται˙ απλώς, μετατρέπεται σε κάποια άλλη μορφή.
conservation pricing nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (paying for water per amount used) (νερό)τιμολόγηση ανάλογη με την κατανάλωση νερού περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
environmental conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (preservation of nature)προστασία του περιβάλλοντος ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 There is a strong environmental conservation movement.
forest conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (preservation of woodland areas)δασοπροστασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Forest conservation is a hot topic in Brazil.
wildlife conservation nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (protection of natural features)προστασία της άγριας φύσης ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
 Wildlife conservation efforts have saved the koala from extinction.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'conservation' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conservation στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'conservation'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης