consequent

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnsɪkwənt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɑnsɪˌkwɛnt, -kwənt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(konsi kwent′, -kwənt)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consequent adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (resulting)επακόλουθος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  συνεπαγόμενος μτχ ενεστμετοχή ενεστώτα: Χρησιμοποιείται ως επίθετο ή ουσιαστικό και έχει τρία γένη, π.χ. υπογράφων, υπογράφουσα, υπογράφον κλπ.
 The storm and consequent flooding destroyed the village.
 Η καταιγίδα και η επακόλουθη πλημμύρα κατέστρεψαν το χωριό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'consequent' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consequent στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'consequent'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης