consequence

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒnsɪkwɛns/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɑnsɪˌkwɛns, -kwəns/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(konsi kwens′, -kwəns)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consequence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (effect)συνέπεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επακόλουθο επίθ ως ουσ ουδ
 One consequence of owning a truck is that everyone asks for favors.
 Μια συνέπεια του να έχεις φορτηγάκι είναι πως όλοι ζητάνε χάρες.
 
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
consequence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (importance)σημασία ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  (μεταφορικά)βαρύτητα ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
the consequences nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (punishment, unpleasant result)οι συνέπειες άρθ ορ + ουσ θηλ πλ
 Before disobeying the rules, consider the consequences.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
as a consequence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (so, therefore)επομένως, κατά συνέπεια, συνεπώς επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 The boy failed his math test. As a consequence, he cannot visit his friends this weekend.
in consequence advadverb: Describes a verb, adjective, adverb, or clause--for example, "come quickly," "very rare," "happening now," "fall down." (as a result)επομένως επίρεπίρρημα: Περιγράφει το ρήμα που συνοδεύει, π.χ. τρέχω γρήγορα, μιλάω ακατάπαυστακλπ.
 I've lost my glasses and in consequence I can no longer read the newspaper.
in consequence of exprexpression: Prepositional phrase, adverbial phrase, or other phrase or expression--for example, "behind the times," "on your own." (resulting from)ως αποτέλεσμα έκφρέκφραση: Παγιωμένος συνδυασμός λέξεων, που κατά κανόνα χρησιμοποιείται αυτούσιος στον λόγο, π.χ. βρέχει καρεκλοπόδαρα, χαίρω άκρας υγείας κλπ.
 All schools are closed in consequence of the snow.
of little consequence adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (barely significant)που δεν έχει σοβαρές συνέπειες, που δεν είναι πολύ σημαντικός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μικρής σημασίας, μικρής βαρύτητας φρ ως επίθφράση ως επίθετο ή επιθετικός προσδιορισμός: Σύνολο λέξεων που περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ. άτομο υψηλής νοημοσύνης, άριστης ποιότητας υλικά κλπ.
 Some error messages require immediate intervention, but others are of little consequence.
of no consequence adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (not significant)ασήμαντος επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
Σχόλιο: ταμπλό: ξενικό, άκλιτο
 The damage done to the car when it hit the lamp post was of no consequence.
practical consequence nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (application, actual relevance)πρακτική συνέπεια ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Her theory's interesting, but I'm not sure it has any practical consequence.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'consequence' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: just have to [face, deal with, take, accept] the consequences, [time, need] to [face] the consequences, he'll have to [face] the consequences (of), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση consequence στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'consequence'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης