connecting

Listen:
UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kəˈnektɪŋ/


Σε αυτή τη σελίδα: connecting, connect

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
connecting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (that connects)συνδετικός επίθεπίθετο: Περιγράφει το ουσιαστικό που συνοδεύει, π.χ.ψηλός άντρας, καλός καιρός κλπ, και αλλάζει ανάλογα με το γένος, π.χ.καλός, καλή, καλό
  που συνδέει περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The connecting road from the hotel to the town was washed out.
 Ο δρόμος που συνδέει το ξενοδοχείο με την πόλη καθαρίστηκε.
connecting adjadjective: Describes a noun or pronoun--for example, "a tall girl," "an interesting book," "a big house." (room: adjoining)που επικοινωνεί με κτ περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  με εσωτερική πόρτα περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 We stayed in connecting rooms at the hotel.
 Μείναμε σε δωμάτια που επικοινωνούσαν μεταξύ τους στο ξενοδοχείο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
connect [sth] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." (attach)συνδέω, ενώνω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
 Connect these wires.
 Ενώστε αυτά τα καλώδια.
connect [sth/sb] vtrtransitive verb: Verb taking a direct object--for example, "Say something." "She found the cat." figurative (bring together) (μτφ: κάτι/κάποιον)ενώνω, συνδέω ρ μρήμα μεταβατικό: Συνδυάζεται πάντα με αντικείμενο, π.χ. θέλω ένα μήλο, αγαπάω τα παιδιά μουκλπ.
  (συνηθέστερο)φέρνω κοντά περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 The Internet connects people all over the world.
 Το διαδίκτυο ενώνει (or: συνδέει) ανθρώπους από όλον τον κόσμο.
 Το διαδίκτυο φέρνει κοντά ανθρώπους από όλον τον κόσμο.
connect viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (access the Internet)συνδέομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 The WiFi must be down; my computer is switched on but I can't connect.
connect viintransitive verb: Verb not taking a direct object--for example, "She jokes." "He has arrived." (form an attachment)συνδέομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
  (μτφ, καθομιλουμένη)δένομαι ρ αμρήμα αμετάβατο: Δεν συνδυάζεται με αντικείμενο, π.χ. κοιμάμαι, διψάω, πεινάωκλπ.
 From the moment we met, we connected.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
connecting | connect
ΑγγλικάΕλληνικά
connecting flight nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (plane journey: correspondence)πτήση με ανταπόκριση περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  (πιο απλά)επόμενη πτήση επίθ + ουσ θηλ
 Your connecting flight will depart in 20 minutes.
connecting rooms nplplural noun: Noun always used in plural form--for example, "jeans," "scissors." (hotel suite)συνδεδεμένα δωμάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  συγκοινωνούντα δωμάτια, επικοινωνούντα δωμάτια περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
 I couldn't believe my good luck when I discovered that we had connecting rooms.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'connecting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση connecting στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'connecting'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης