confection

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈfɛkʃən/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kənˈfɛkʃən/ ,USA pronunciation: respelling(kən fekshən)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
confection nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (sweets, candy)γλυκό, γλύκισμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The children eagerly thrust their hands into the bowl of confection.
confection nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (creation, invention)κατασκεύασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  παρασκεύασμα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
 The inventor's latest confection involves mind-reading.
confection nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (fabrication, sthg made up)επινόηση ουσ θηλουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα θηλυκού γένους.
  επινόημα, εφεύρημα ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  αποκύημα της φαντασίας φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 It turns out that the popular memoir was nothing but a confection.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'confection' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση confection στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'confection'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης