conduit

Listen:

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkɒndjuɪt/

US:USA pronuncation: IPAUSA pronuncation: IPA/ˈkɑndwɪt, -duɪt, -djuɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(kondwit, -do̅o̅ it, -dyo̅o̅ it, -dit)


WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conduit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (pipe, tube)σωλήνας, αγωγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The builder stopped at the hardware store to buy some conduit before going to the building site.
conduit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (channel)σωλήνας, αγωγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The conduit for getting water to the building is blocked.
conduit nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. figurative (person who transmits [sth])μέσο ουσ ουδουσιαστικό ουδέτερο: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους.
  μέσο μετάδοσης, όργανο μεταβίβασης φρ ως ουσ ουδφράση ως ουσιαστικό ουδέτερο: Σύνολο λέξεων που αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα ουδέτερου γένους, π.χ. ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, απολυτήριο λυκείου κλπ.
 Violet believes herself to be a conduit for communication from the spiritual world.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'conduit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conduit στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'conduit'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements

Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης