conductor

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kənˈdʌktər/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronuncation: IPA/kənˈdʌktɚ/ ,USA pronunciation: respelling(kən duktər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (musical director) (ορχήστρας)διευθυντής, μαέστρος ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Our orchestra has a guest conductor this month.
 Η ορχήστρα μας έχει έναν φιλοξενούμενο διευθυντή για αυτόν το μήνα.
conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (material that conducts: heat, etc.)αγωγός ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Human flesh is an excellent conductor of electricity.
 Το ανθρώπινο δέρμα αποτελεί έναν εξαιρετικό αγωγό ηλεκτρισμού.
conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (train, bus: fare collector) (λεωφορείου, τρένου)εισπράκτορας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 Has the conductor been through to collect the tickets?
 Μάζεψε ο εισπράκτορας τα εισιτήρια;
conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (person: who conducts debate, etc.)συντονιστής, συντονίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλουσιαστικό αρσενικό, ουσιαστικό θηλυκό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού και θηλυκού γένους. Αναφέρονται αμφότερα καθώς ο ξενόγλωσσος όρος αναφέρεται και στα δύο γένη.
 The conductor lost all control of the debate.
 Ο συντονιστής έχασε κάθε έλεγχο της συζήτησης.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2020:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
bus conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (fare collector on a bus) (σε λεωφορείο)ελεγκτής εισιτηρίων φρ ως ουρ αρσ
  (καθομιλουμένη)ελεγκτής ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
nonconductor,
non-conductor
nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc.
(substance that does not conduct)μη αγωγός περίφρπερίφραση: Συνδυασμός λέξεων που αποδίδει το νόημα του μεταφραζόμενου όρου, ο οποίος στον λόγο μπορεί να τροποποιηθεί κατάλληλα, π.χ. από την Αθήνα, που ακολουθεί κλπ.
  μονωτήρας ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
train conductor nnoun: Refers to person, place, thing, quality, etc. (ticket collector on railway train) (σε τρένο)ελεγκτής εισιτηρίων ουσ αρσουσιαστικό αρσενικό: Αναφέρεται σε πρόσωπο, ζώο ή πράγμα αρσενικού γένους.
 The train conductor punched our tickets and announced the next stop.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'conductor' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a train conductor, gave her ticket to the conductor, UK, dated: worked as a bus conductor, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση conductor στον τίτλο:

Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο 'conductor'.

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης